Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Βασίλης Κάργας, με σταθερή παρουσία στα πολιτιστικά της Θράκης, απαντάει στις ερωτήσεις της Γεωργίας Μακρογιώργου για το νέο του βιβλίο «Ένα λουλούδι απ’ τον Έβρο» (εκδόσεις Κομνηνός), μια παραμυθοϊστορία εμπνευσμένη από τις πληγές αλλά και την ανθεκτικότητα του τόπου.
Το βιβλίο συνομιλεί με τη μνήμη, το περιβάλλον και τη συλλογική ελπίδα, μέσα από λέξεις και εικόνες. Μέσα από τις στάχτες μιας δύσκολης χρονιάς, ξεπροβάλλει το μαγικό «εβρολούλουδο». Από το δάσος της Δαδιάς μέχρι τη Μάκρη, την Παλαγία, την Κίρκη, που δοκιμάστηκαν από την καταστροφική πυρκαγιά, τη Σαμοθράκη και τα ξεχασμένα χωριά του Τριγώνου, η φύση και οι άνθρωποι αναγεννιούνται χάρη στη δύναμη της συλλογικότητας, της παράδοσης και της πίστης στο αύριο.
Βασίλη, πότε ένιωσες ότι η θλίψη και η καταστροφή στον Έβρο μπορούσαν να μετασχηματιστούν σε μια ιστορία ελπίδας για παιδιά και μεγάλους;
Η στιγμή που το ένιωσα ήταν όταν μέσα στην απόλυτη απώλεια άρχισαν να φαίνονται μικρές αλλά ουσιαστικές πράξεις ζωής: άνθρωποι που στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον, η φύση που επέμενε να επιστρέφει, η ανάγκη να μη μείνει η καταστροφή μόνο ως τραύμα αλλά και ως αφήγηση με νόημα. Εκεί κατάλαβα ότι η ιστορία μπορεί να γίνει χώρος μεταμόρφωσης του πόνου, χωρίς να τον αναιρεί.
Γιατί επέλεξες τη φόρμα του παραμυθιού για να μιλήσεις για τόσο πραγματικά και πρόσφατα γεγονότα;
Επέλεξα τη φόρμα του παραμυθιού γιατί έχει τη δύναμη να μιλά για δύσκολα και πρόσφατα γεγονότα με τρυφερότητα και αλήθεια. Το παραμύθι λειτουργεί ως ασφαλές πλαίσιο ιδιαίτερα όταν απευθύνεται σε παιδιά αλλά και σε ενήλικες, που κουβαλούν ακόμη τον φόβο και την αμηχανία απέναντι σε όσα συνέβησαν. Μέσα από τον συμβολισμό και τη μεταφορά, η πραγματικότητα δεν ωραιοποιείται αλλά αποκτά απόσταση, ώστε να μπορέσει να ειπωθεί και να γίνει κατανοητή. Το παραμύθι ανοίγει έναν διάλογο με το συναίσθημα, καλλιεργεί την ενσυναίσθηση και αφήνει χώρο για ερωτήσεις, σιωπές και σκέψη.

Στο βιβλίο σου συνυπάρχουν το παραμύθι και τα πραγματικά τοπόσημα του Έβρου. Τι σημαίνει για σένα αυτή η σύνδεση μνήμης και αφήγησης;
Για μένα αυτή η σύνδεση είναι μια πράξη μνήμης και σεβασμού. Ο τόπος δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό αλλά ως φορέας συλλογικών βιωμάτων και ιστοριών. Μέσα στην αφήγηση τα τοπόσημα αποκτούν φωνή και γίνονται γέφυρες ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον. Η μνήμη, όταν ενσωματώνεται στο παραμύθι, παύει να είναι βάρος και μετατρέπεται σε ευθύνη.
Πώς λειτούργησε η συνεργασία σου με την εικαστικό Αθανασία Πεφτουλίδη και με ποιον τρόπο η εικονογράφηση επεκτείνει ή ερμηνεύει το κείμενο;
Η συνεργασία μου με την εικαστικό Αθανασία Πεφτουλίδη υπήρξε ουσιαστική και δημιουργική. Η εικονογράφηση δεν συνοδεύει απλώς το κείμενο αλλά το επεκτείνει και το ερμηνεύει. Μέσα από χρώματα, υφές και σιωπές, οι εικόνες μεταφέρουν το συναίσθημα της απώλειας αλλά και τη σταδιακή μετάβαση προς την ελπίδα, προσφέροντας έναν επιπλέον δρόμο κατανόησης, ιδιαίτερα για τα παιδιά.
Αν το «λουλούδι» του βιβλίου σου είχε έναν αποδέκτη σήμερα, ποιος θα ήθελες να είναι και τι μήνυμα θα του άφηνε;
Θα ήταν κάθε παιδί και κάθε ενήλικας που ένιωσε ότι χάθηκε κάτι πολύτιμο. Το μήνυμα που θα άφηνε είναι πως ακόμη και στα πιο καμένα τοπία η ζωή μπορεί να ανθίσει ξανά, με μνήμη, φροντίδα, συλλογική ευθύνη, αλληλεγγύη και πίστη στο αύριο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»