Της Βασιλικής Πολίτου
Στα όρια Άνω και Κάτω Τούμπας, και παράλληλα στην εμβληματική λεωφόρο Γρηγορίου Λαμπράκη, ξεπροβάλλει σαν φωτεινό μανιτάρι το κατάστημα «Rou. Leisure Gathering SKG», που άνοιξε τις πόρτες του τον Μάιο του 2022 επί της Πραξαγόρα. Με την πετρόχτιστη αυλή, μέσα στο πράσινο και τα λουλούδια, ο χώρος αυτός αναπαράγει εικόνες νατουραλισμού και επαφής και με τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Κυρίως, όμως, είναι οργανικά δεμένος με το στοιχείο του νερού, καθώς εδώ κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1920 το δημοτικό υδραγωγείο της περιοχής και το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1960. Ήταν ένα από τα περιφερειακά αντλιοστάσια, όπως τα ονόμαζαν τη δεκαετία του ‘50. Πλέον δεν έχει εμφανή υπολείμματα, άφησε, όμως ισχυρό «ίχνος μνήμης» στο ιστορικό αστικό περιβάλλον και στους κατοίκους της Θεσσαλονίκης.

Από τον Χορτιάτη
«Οι ονομασίες των τεσσάρων οδών – Πραξαγόρα, Επιγόνου,Εφέσου, Ερέτριας – που περικλείουν το παλιό αντλιοστάσιο της Τούμπας, γεννάνε διάφορους συνειρμούς, κυρίως, όμως, η οδός Ερέτριας. Μία από τις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις-κράτη της αρχαιότητας, η πόλη των κωπηλατών, που συμμετείχε ενεργά στις ιωνικές εξεγέρσεις, επεκτάθηκε αποικιακά διά της σημαντικής ισχύος στη θάλασσα, ενώ εμπέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό γύρω από το Αιγαίο», μας εξηγεί η φοιτήτρια Φιλολογίας, Φωτεινή Νικοκάβουρα, γέννημα θρέμμα της Τούμπας και με μακρινή καταγωγή από την Κέρκυρα. Και με ιδιαίτερη αδυναμία στην αρχαία ιστορία!
«Οι Αρχαίοι Έλληνες διατήρησαν για αιώνες την ασφάλειά τους, διά της θαλασσινής, επί του πεδίου, κυριαρχίας. Αλλά δεν είναι μόνο ο έλεγχος των θαλάσσιων δρόμων, που παράγει ισχύ. Είναι και η κατοχή και διάθεση των υδάτινων φυσικών πόρων, που εδραιώνει την εξουσία», συμπληρώνει στοχαστικά η κ. Φωτεινή, κάνοντας τη γέφυρα με την εποχή της Pacis Romanae για τη Μακεδονία. Όταν ο διοικητής, καίσαρας Γαλέριος Μαξιμιανός, έδωσε εντολή για την κατασκευή του Υδραγωγείου Hortiatis Aqueduct. Ο δρόμος του νερού στην πόλη ξεκινάει από ψηλά. Από τον τροφοδότη ορεινό όγκο του Χορτιάτη, που υδρεύει τη Θεσσαλονίκη από τις αρχές του 4ου αιώνα, χρονολόγηση μάλιστα που προκρίνεται έναντι του 1ου αιώνα, με την τελευταία να βασίζεται σε εργαστηριακές μεθόδους, στο πλαίσιο εργασιών στερέωσης και συντήρησης της υδατογέφυρας του Χορτιάτη το 2008 (Μανωλεδάκης και Μακρή 2008: 364).
Η πυρκαγιά του 1917 και οι πρόσφυγες
Η ιστορία του νερού στην πόλη δεν έμεινε αμετάβλητη. Οι καταστροφές του 20ού αιώνα, αλλά και η απότομη πληθυσμιακή μεταβολή ζητούσαν επειγόντως λύσεις. Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 κατέστρεψε κρίσιμες υδραυλικές εγκαταστάσεις και αποδιοργάνωσε το δίκτυο ύδρευσης. Ενώ λίγα χρόνια αργότερα η Μικρασιατική Καταστροφή έφερε στη Θεσσαλονίκη τα πληγωμένα κύματα του Πόντου και της Μικράς Ασίας.
«Στις παρυφές της Τούμπας δημιουργήθηκαν νέοι συνοικισμοί, πυκνοκατοικημένοι και με υποτυπώδεις υποδομές. Οι παλιοί κάτοικοι, που ξέρουν την ονομασία και της κάθε πέτρας στην περιοχή, κάνουν λόγο για το εκρηκτικό κλίμα που επικρατούσε στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Σε αυτό το νέο αστικό και κοινωνικό τοπίο, η κατασκευή του αντλιοστασίου ήταν όρος επιβίωσης. Το νερό έπρεπε να φτάσει σε μεγαλύτερα υψόμετρα και σε αυτήν τη γειτονιά της μνήμης και της προσδοκίας που αναπτυσσόταν άναρχα. Το αντλιοστάσιο έβαλε τάξη, λειτουργώντας ως τεχνικός μηχανισμός», μας επισημαίνει ο κ. Αντώνης Ανδρέου επεκτείνοντας τη σκέψη του και στον ρόλο του παλιού μικρού υδραγωγείου σαν κοινωνικού αρμού: εξασφάλισε στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής, συνέβαλε στη δημόσια υγεία, επιτρέποντας την ομαλή ένταξη των προσφυγικών πληθυσμών στον αστικό ιστό.
«Κάπου έχω κρατημένη μια φωτογραφία, με τους εργάτες και τους υπεύθυνους για την κατασκευή της δεξαμενής από λαμαρίνες το 1920. Μπορεί να μην είχε την αίγλη του ρωμαϊκού υδραγωγείου, είχε, ωστόσο, τη λειτουργική χρησιμότητα που έκανε τη διαφορά στην αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων. Άλλωστε, τα πιο σπουδαία έρχονται πάντα ταπεινά». Αν και το αντλιοστάσιο έχει πια βγει από το ορατό πεδίο, η «φωνή» του εξακολουθεί να βγαίνει γάργαρη μέσα από τις αφηγήσεις των κατοίκων – όπως το ίδιο το νερό που ρέει υπόγεια. «Παρά τις σαφέστατες δυσκολίες της τότε καθημερινότητας, οι Τουμπιώτες ζούσαν πιο ωραία. Γιατί γνώριζε ουσιαστικά ο ένας τον άλλο. Και αργότερα, με την οικιστική έκρηξη και την ανέγερση πολυκατοικιών, πάλι έδειχναν εμπιστοσύνη. Με τα παπούτσια έξω από την οικοδομή. Πόσα διαμερίσματα με ανοιχτές τις κλειδαριές».

Οι γείτονες έχουν μόνο μικρά ονόματα
«Εγώ δεν έχω εικόνα από τα παλιά, μπορώ, όμως, να μοιραστώ μαζί σας ότι και σήμερα οι γείτονες μιλάμε με τα μικρά μας ονόματα. Ζω τα τελευταία τριάντα δύο χρόνια στην Τούμπα, που άνοιξε φιλόξενα την αγκαλιά της στην οικογένειά μου, όταν πρωτοήρθαμε μέσω Κορυτσάς στη Θεσσαλονίκη», μας εξομολογείται η κ. Φλώρα Μιλονάι. Τελείωσε, όπως και ο σύζυγός της, τη Γυμναστική Ακαδημία, αλλά η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να ακολουθήσουν διαφορετικά επαγγέλματα. «Δρομέας ο άντρας μου, της ρυθμικής εγώ. Έκανα για λίγο διάστημα μαθήματα στη Μίκρα, αλλά ένας δυνατός τραυματισμός με έβγαλε εκτός». Το πήρε λοιπόν απόφαση να μπει στην εστίαση, κάνοντας πρωταθλητισμό στη… μαγειρική!
«Ευτυχώς έχουμε δουλειά, γιατί τα πράγματα έχουν δυσκολέψει πολύ. Τα νέα παιδιά ξενιτεύονται, όπως κι ο γιος μου που κάνει μια νέα αρχή στη Σουηδία. Σαν την Ελλάδα δεν έχει, αλλά το κόστος της ζωής έχει ανέβει κατακόρυφα δυστυχώς», λέει η κ. Φλώρα, ενώ μας ξεναγεί στο γωνιακό παρκάκι, στη συμβολή των οδών Ιπποδρομίου με Πραξαγόρα, εκεί όπου υπήρχαν, κατά το παρελθόν, «toll», τεχνικοί οικίσκοι, όπου φυλούσαν βαλβίδες, πιεσόμετρα και μετρητές του αντλιοστασίου. Η κ. Φλώρα έχει δυνατή εικόνα του υδραγωγείου μόνο ως εγκαταλελειμμένου χώρου, όταν έπαιζε παιδί ο γιος της στο πάρκο του υδρευτικού μπλοκ. Που είχε για χρόνια κολλητά, επί της Επιγόνου, το Ταχυδρομείο της γειτονιάς. Μιας γειτονιάς, που ενθυμείται, ανιμιστικά, τη σπουδαιότητα του νερού που περνούσε από εδώ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»