«Ως γνωστόν, η γυναίκα του Καίσαρα οφείλει, όχι μόνο να είναι, αλλά και να δείχνει τίμια. Και από τη στιγμή που δεν το πράττει, η κοινή γνώμη έχει κάθε δικαίωμα να την καταδικάσει». Τις σειρές αυτές τις έγραψα στις 28 Φεβρουαρίου, όταν συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από το φρικτό δυστύχημα των Τεμπών.
Στο «στόχαστρό» μου είχε βρεθεί η κυβέρνηση για όσα έπραξε (ή, μάλλον, για όσα δεν έπραξε), προκειμένου να μην πλανάται στο μυαλό όλων μας «η παραμικρή σκιά υποψίας ότι “μπαζώνει” την υπόθεση και “κάτι μας κρύβει”».
Η υποψία αυτή μετατράπηκε για τους περισσότερους μάλλον σε βεβαιότητα έπειτα από όλα τα κωμικοτραγικά που συνέβησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου κατά την πρώτη μέρα έναρξης της δίκης.
Είναι αναμφισβήτητο ότι το ελάχιστο που οφείλει να πράξει κάθε σοβαρή κυβέρνηση κάθε ευνομούμενης χώρας στον απόηχο κάθε εθνικής τραγωδίας, είναι να μεριμνήσει με κάθε τρόπο ώστε:
- να μην επαναληφθεί μια αντίστοιχη τραγωδία και πολύ περισσότερο για τους ίδιους ή για παρόμοιους λόγους.
- να πέσει άπλετο φως στα ακριβή αίτια.
- να αποδοθεί δικαιοσύνη σε όσους άμεσα ή έμμεσα συνέβαλαν στο μοιραίο.
Τρία χρόνια πέρασαν και πέραν από τις συνήθεις μεγαλόστομες διαβεβαιώσεις ότι η κυβέρνηση «κοιτάει κατάματα» τα προβλήματα, κοινή διαπίστωση είναι πως έως τώρα οι υποσχέσεις της για τον σιδηρόδρομο παραμένουν «εκτροχιασμένες». Όσον αφορά στα αίτια του δυστυχήματος, οι συγγενείς των θυμάτων μιλάνε ανοιχτά για «συγκάλυψη» και για «κυβέρνηση – καρτέλ» (βλ. «Θ», 28/2/26).
Και η απονομή δικαιοσύνης; Το φιάσκο της πρώτης μέρας δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Και πολύ περισσότερο από τη στιγμή που οι δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών δείχνουν να υποβαθμίζουν τη νοημοσύνη όλων, ενισχύουν τις ανησυχίες περί περιορισμού της δημοσιότητας της δίκης και δίνουν νέα τροφή στη διάχυτη καχυποψία απέναντι στο «γκουβέρνο».
Κύριοι της κυβέρνησης, εδώ και τρία χρόνια, δεν κάνατε τίποτα για να μας πείσετε ότι επιθυμείτε την απονομή δικαιοσύνης. Η δίκη (δεν μιλάω για τις ετυμηγορίες, αλλά για τη διαδικασία) ήταν η απολύτως ύστατη ευκαιρία να αποδείξετε ότι βρισκόσαστε στη «σωστή πλευρά». Και, όπως φαίνεται, την ευκαιρία τη χάσατε πριν καν αρχίσει η διαδικασία.
Τα συμπεράσματα δικά μας!
ΥΓ: Ο πόνος που νιώθει κάποιος που καίγεται ζωντανός είναι ο μέγιστος που μπορεί να βιώσει άνθρωπος, σύμφωνα με την κλίμακα μέτρησης πόνου McGill. Αυτό και μόνο θα αρκούσε για να μην αντιμετωπίζονται από την κυβέρνηση οι συγγενείς των θυμάτων ως παρίες, γραφικοί και αστείοι…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»