Την εικόνα από το περιοδικό «Τέταρτο», όπως την κατέγραψε σε υπέροχο κείμενό του ο μεγάλος ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 – 2005), μου την είχε αναφέρει ο αξέχαστος φίλος Γιώργος Αναστασιάδης, καθηγητής πολιτικής Ιστορίας στη Νομική του ΑΠΘ και συγγραφέας.
Μαθητές 13-15 ετών στα 1938, μεταξύ των οποίων και ο μικρός Μανόλης, καθισμένοι στα σκαλάκια της Παναγίας Χαλκέων, ξεδίπλωναν με τη φαντασία τους την αγάπη τους για τα τότε ποδοσφαιρικά είδωλα. Εκπλήσσει το πάθος των μικρών φιλάθλων της δεκαετίας του ‘30. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Αξίζει το ποδόσφαιρο, ό,τι κι αν πεις …
Εκείνη η διήγηση με τη μαγεία της πένας του αείμνηστου ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, κομμάτι της «ποδοσφαιρικής του αυτοβιογραφίας», διασώζει μερικά συγκινητικά στιγμιότυπα εποχής.
Ιδού:
«Πρέπει να ήτανε το 1937 ή το ’38, που στη μέση της χρονιάς μας ήρθε ένας καινούργιος συμμαθητής από ένα γυμνάσιο της Αθήνας, ο πατέρας του είχε πάρει μετάθεση, ανώτερος εφοριακός, δικαστικός, κάτι τέτοιο. Με περισσή αφέλεια μάς δήλωσε από την πρώτη στιγμή ότι είναι ΑΕΚ γιατί η μανά του είναι Κωνσταντινουπολίτισσα και ο αδελφός του είναι πολύ φίλος με ένα δεύτερου ξάδερφο του άλλου μεγάλου Κλεάνθη, του φημισμένου ξανθού Αετού , του Κλεάνθη Μαρόπουλου, που μας είχε κάνει τη ζωή μαρτύριο με τα τρομαχτικά του σουτ και τις νταντελένιες του ντρίπλες, αλλά που θανάσιμα τον θαυμάζαμε και ονειρευόμασταν: αχ, γιατί να μην είναι δικός μας, μια τέτοια παιχτάρα!
Το καημένο , το αφελές παιδί, που τόλμησε ανοιχτά να διακηρύξει την πίστη του, έπρεπε να πληρώσει την ανατριχιαστική αποκοτιά του το λιγότερο μ ένα ξεγυρισμένο ξύλο άπαξ της εβδομάδος ώσπου να βάλει μυαλό και να φωνάξει ήμαρτον,-αλλά κατά μεγαλειώδη τρόπο φερθήκαμε όλοι σαν οξφορδιανοί απόφοιτοι, όταν διαπιστώσαμε πως ο καινούργιος συμμαθητής μας είχε μια μικρή αναπηρία στο δεξί του πόδι που τον εμπόδιζε να τρέξει και επομένως κάθε χειροδικία θα αποτελούσε ανανδρία αισχίστης μορφής.
Ένα Σάββατο απόγευμα (καθιερωμένη μέρα των δύο κινηματογράφων , ένας στις 3-5 και ο δεύτερος 6-8 ) με το καλό παιδί που σύντομα είχαμε γίνει φίλοι γκαρδιακοί , παρά τη σωματειακή άβυσσο που μας χώριζε, ήμασταν στα «Διονύσια»- θυμάμαι πως το σημαδιακό κείνο απόγευμα έπαιζε την Κάστα Ντίβα, σε μια στιγμή , μέσα στο σκοτάδι, με σκουντά και μου ψιθυρίζει με σπασμένη σχεδόν λυγμική φωνή: «Δες τους , εκεί μπροστά μας είναι όλοι».

-«Ποιοι όλοι;» Του λέω ψιθυριστά κι εγώ. «Μα δεν βλέπεις; Να ο Κλεάνθης, να κι ο Τζανετής,, κι Κοντούλης, κι ο Ρίμπας και ο Μάγειρας». Σχεδόν αμέσως ανάψανε τα φώτα για το διάλειμμα. Τότε τους είδα κι εγώ.
Όλη η ομάδα της ΑΕΚ , άρτι αφιχθείσα εξ Αθηνών για το αυριανό κυριακάτικο παιχνίδι-τότε οι ομάδες δεν έρχονταν αυθημερόν, ούτε αεροπορικώς βέβαια-βγήκε να ξεσκάσει στο σινεμά και τώρα να , μπροστά μας αυτοπροσώπως «τα παιδιά» μας, κατά το φίλο μου, «οι κωλοαθηναίοι» κατ’ εμέ και την παρέα μου.
Αλλά τι βλέπουνε τα μάτια μου; Ή δεν βλέπουνε καλά; Μέσα στη θορυβώδικη νεανική συντροφιά που σαχλαμάριζε, αισχρολογούσε και πετούσε σαΐτες σε κάτι κορίτσια που κάθονταν πιο μπροστά, μέσα σ’ αυτή λοιπόν την τρελοσυντροφιά, πρώτοι και καλύτεροι, φάπα και αγκαλιές και καλαμπούρι, μα βλέπουν καλά τα μάτια μας; Και δύο-τρία από τα δικά μας «παιδιά», απ’ τα δικά μας λιοντάρια, πρώτος και καλύτερος ο Πανίδης, από κοντά και ο Κουκουλάς, ω, φρίκη, σίγουρα κάτι δεν πάει καλά στο ρυθμό του κόσμου!
Παρέα δικοί μας μ’ αυτούς; Σαν να μην συμβαίνει τίποτα; Σα να μην τους περιμένουνε να τους λιώσουνε, να τους τσακίσουνε, να τους πάρουν και τα σώβρακα στον αυριανό αγώνα; Γύρισα ωχρός στον φιλαράκο μου.
– «Λες να ‘ναι πουλημένοι;» του ψιθύρισα. «Λες να τα ‘χουνε φτιάξει πλακάκια και μας κοροϊδεύουνε; Και δε φοβούνται μην τους δει κανένας παράγοντας και τους κάνει ρεζίλι αύριο στις εφημερίδες;»
– «Όχι», μου λέει αυτός. «Δεν είναι έτσι, τα πράγματα. Απλώς εσύ είσαι φανατικό σκυλί!». Έτσι ήμουνα κι εγώ, ως πέρσι, αλλά ο αδελφός μου, που’ ναι φοιτητής, μου έμαθε γιατί δεν πρέπει να είμαι. Άλλο οπαδός, άλλο φανατικό σκυλί. Ο οπαδός πονά, χαίρεται, αγαπά, υποφέρει, αλλά σκέφτεται κιόλας και βλέπει και το δίκιο του άλλου. Το φανατικό σκυλί δεν σκέφτεται, δεν μπορεί να σκεφτεί και κάνει ότι του λένε. Ο αδερφός μου λέει πως στο φανατικό σκυλί αν του πούνε να σκοτώσει, θα πάει και θα σκοτώσει. Ως εκεί.
– «Λες να ‘ναι και στα πολιτικά το ίδιο ή μόνο στην μπάλα;» λέω στο φίλο μου.
– «Που να ξέρω, δεν μου το ‘πε αυτό ο αδελφός μου, το μόνο που μου είπε, μπορεί και πάνω σ’ αυτό είναι: να ‘χεις τις ιδέες σου, να τις υποστηρίζεις ως το τέλος, αλλά μην ξεχνάς πως και ο αντίπαλος σου έχει ιδέες και έχει δικαίωμα να τις υποστηρίζει κι αυτός».
Γύρισα στο σπίτι μου αφάνταστα μπερδεμένος. Ο κόσμος δεν ήταν καθόλου απλός.
*Ο Γιώργος Αναστασιάδης μας άφησε ανάμεσα στα άλλα, πολύτιμα βιβλία του και το συγκινητικό «Στα γήπεδα η πόλη αναστενάζει» όπου συγκέντρωσε δεκάδες κείμενα γνωστών λογοτεχνών για την παλιά Θεσσαλονίκη του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»