Της Σοφίας Κωνσταντινίδου
Η Καρίνα Ιωαννίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε συγγραφή θεατρικών έργων (Playwriting) στην Αγγλία, και από τα εφηβικά της χρόνια η σχέση της με το γράψιμο υπήρξε στενή και αδιάκοπη. Από το 1985 μέχρι σήμερα, έχει υπογράψει πληθώρα θεατρικών έργων για ενήλικες, εφήβους και παιδιά, συμπεριλαμβανομένων έργων μικτού κουκλοθεάτρου, καθώς και διασκευών κλασικών κειμένων. Η δουλειά της έχει παρουσιαστεί σε σημαντικούς θεσμούς και σκηνές, όπως το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, η Κρατική Ραδιοφωνία, το Θέατρο Λεμεσού στην Κύπρο, το Θέατρο της 25ης Μαρτίου, το Δημοτικό Θέατρο Σταυρούπολης, το Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς αλλά και στο Θέατρο Φλέμινγκ, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον σύζυγό της, τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Γρηγόρη Μήτα.
Η Καρίνα Ιωαννίδου έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Συγγραφής Θεατρικού Έργου, για τα έργα Σκίστε τη γάτα (1987) και Τζοκόντα vs Ντα Βίντσι (2010), ενώ έχει λάβει πλήθος διακρίσεων σε πανελλήνιους διαγωνισμούς. «Τα βραβεία που έχω τιμηθεί με ενθάρρυναν να συνεχίσω και καθόρισαν με διαφορετικό τρόπο την πορεία μου. Κάθε ένα υπήρξε μια ξεχωριστή τιμή και μια αναγνώριση της προσπάθειάς μου. Δεν θα χαρακτήριζα αυτό που κάνω ως “καριέρα”, αλλά μάλλον ως πορεία σε έναν δρόμο φωτεινό, που διασχίζω μέσα από τις δικές μου σκιές, με αγάπη για τη δημιουργία και σεβασμό σε κάθε στιγμή. Κάθε έργο, κάθε κείμενο, κάθε παράσταση είναι ένα βήμα σε αυτό το ταξίδι· ένας διάλογος με τον κόσμο και με τον ίδιο μου τον εαυτό», σχολιάζει.
Από το 2020 δημοσιεύει τακτικά χρονογραφήματα στο Speak News Magazine, με ορισμένα από αυτά να έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και να παρουσιάζονται σε λογοτεχνικά περιοδικά και podcasts. Η συγγραφή για την ίδια είναι, όπως εξηγεί, «πολλά πράγματα ταυτόχρονα, αλλά πάνω από όλα είναι η ελευθερία να είμαι ο εαυτός μου. Είναι η στιγμή που μπορώ να αφουγκραστώ τον εσωτερικό μου κόσμο χωρίς περιορισμούς, να εξερευνήσω τα συναισθήματά μου και να τα μετατρέψω σε λέξεις που αναπνέουν. Είναι ο τρόπος μου να καταγράφω τις σκέψεις μου χωρίς φίλτρα, χωρίς προκαταλήψεις».
Για εκείνη, το γράψιμο δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία θεατών· η ουσία της αφήγησης παραμένει ίδια, ανεξαρτήτως ηλικίας. «Στα έργα για παιδιά χρησιμοποιώ πιο απλή και ζωντανή γλώσσα, σύντομες προτάσεις και εικόνες, ενώ στα έργα για ενήλικες μπορώ να εμβαθύνω περισσότερο σε σύνθετα συναισθήματα, κοινωνικά ζητήματα και φιλοσοφικές διαστάσεις. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση προσπαθώ να διατηρώ έναν ισχυρό δεσμό με τον θεατή ή τον αναγνώστη, να αφηγούμαι με αμεσότητα και να δημιουργώ χαρακτήρες και ιστορίες που ευελπιστώ να συγκινούν και να προκαλούν σκέψη».
Στην πορεία της, θεματικές όπως η αγάπη, η χαρά, η μοναξιά, ο φόβος και η ελπίδα παραμένουν διαχρονικές. Όπως η ίδια τονίζει, «πιστεύω ότι η λογοτεχνία και το θέατρο έχουν τη δύναμη να μας κάνουν να κοιτάξουμε βαθύτερα μέσα μας, να αναγνωρίσουμε τον άνθρωπο δίπλα μας και να νιώσουμε ότι η ζωή, με όλα τα σύνθετά της χρώματα, είναι κοινή εμπειρία».
Η ικανότητά της να παρατηρεί και να εμβαθύνει στην ανθρώπινη συμπεριφορά πηγάζει από την εσωστρέφειά της: «Η εσωστρέφειά μου με βοηθά ιδιαίτερα στη συγγραφή, καθώς παρατηρώ προσεκτικά τους ανθρώπους, τις κινήσεις τους, τις σιωπές και τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας που συνήθως περνούν απαρατήρητες. Η αγάπη μου για τους ανθρώπους και η ευγνωμοσύνη που νιώθω για τα μικρά θαύματα γύρω μου με εμπνέουν συνεχώς». Η γραφή γίνεται για εκείνη η πιο φυσική γλώσσα έκφρασης, καθώς όπως λέει, «δεν μιλάω πολύ· όχι γιατί δεν θέλω, αλλά γιατί δυσκολεύομαι στον προφορικό λόγο. Ίσως γι’ αυτό η γραφή να είναι για μένα ο πιο φυσικός και ειλικρινής τρόπος να εκφράζομαι· είναι η γλώσσα που μου επιτρέπει να μοιραστώ με ακρίβεια τον εσωτερικό μου κόσμο».

Η δημιουργία του Θεάτρου Φλέμινγκ αποτελεί μια κορυφαία στιγμή στην προσωπική και επαγγελματική της πορεία. «Με γεμίζει περηφάνια η συμβολή μου στη δημιουργία του Θεάτρου Φλέμιγκ. Μαζί με τον σύζυγό μου, σκηνοθέτη και ηθοποιό Γρηγόρη Μήτα πήραμε ένα ερειπωμένο διώροφο σπίτι, το ανακατασκευάσαμε εκ βάθρων και το μετατρέψαμε σε κυψέλη τέχνης. Μόνοι μας, χωρίς κρατική βοήθεια, στεγάσαμε τα θεατρικά μας όνειρα, δημιουργώντας έναν χώρο που φιλοξενεί τη φαντασία, τη δημιουργία και την ανταλλαγή ιδεών».
Η εμπειρία της στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος που εργάζεται στο Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων έχει διαμορφώσει σημαντικά τη στάση της απέναντι στη δημιουργία και τη συνεργασία. «Η εμπειρία μου στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος είναι ανεκτίμητη. Εδώ “μεγάλωσα” ως θεατής, ως δημιουργός, ως άνθρωπος· γνώρισα σημαντικά έργα, συγγραφείς και ανθρώπους του θεάτρου που μου μετέδωσαν γνώση, εμπειρία και πάθος για δημιουργία. Η εργασία μου στο ΚΘΒΕ μου έδωσε την ευκαιρία να εξελίξω τις δεξιότητές μου, να συνεργαστώ με εξαιρετικούς επαγγελματίες και να συμμετάσχω σε παραστάσεις που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στη θεατρική μου πορεία, αλλά και στη ζωή μου γενικότερα», εξηγεί.
Για τη ζωή και τη δημιουργία σε μια πόλη όπου το θέατρο έχει έντονη παρουσία, η Καρίνα Ιωαννίδου σημειώνει· «Δύσκολοι καιροί για ‘πρίγκιπες’: η πόλη συχνά διώχνει τα παιδιά της καθώς δυσκολεύεται να αγκαλιάσει νέες φωνές, φοβούμενη τον πειραματισμό και τις διαφορετικές ιδέες. Το ουσιαστικό θέατρο, όμως, συνεχίζει να αγωνίζεται να επιβιώσει και να εκφράσει την αλήθεια του, παρά τις δυσκολίες». Παρά τα εμπόδια, η πόλη παραμένει το σκηνικό όπου η ίδια εμπνέεται, γράφει και δημιουργεί.
Το motto της συνοψίζει τη στάση της απέναντι στη ζωή και τη δημιουργία: «Ό,τι αγαπάς, κάν’ το με όλη σου την καρδιά», μάς λέει, αποκαλύπτοντας το επόμενο επαγγελματικό της βήμα: «Όσο οργανωμένη είμαι όταν γράφω, τόσο ανοργάνωτη είμαι στο να σχεδιάζω τη ζωή μου· αφήνω τα πράγματα να ρέουν. Ωστόσο, μέσα στο 2026 θα ανέβει στο Θέατρο Φλέμινγκ, σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Μήτα, ένας θεατρικός μου μονόλογος. Πρόκειται για ένα άνοιγμα – ένα σεντούκι μνήμης που, μόλις σηκώσεις το καπάκι, αφήνει να ξεχυθούν ζωές, φωνές, σκοτάδι και φως. Η ηρωίδα που μιλά δεν είναι μία· είναι πολλές: η μάνα, η γιαγιά, η γειτόνισσα, η πρόσφυγας – γυναίκες που μεγάλωσαν μέσα στην ανάγκη αλλά δεν λύγισαν. Η μνήμη τους κυλά σαν ποτάμι: πότε ήρεμο, πότε ορμητικό, πάντα αληθινό. Αυτός ο μονόλογος είναι φόρος τιμής σε όσες έζησαν απλά αλλά όχι απλοϊκά, και μέσα από τις δυσκολίες δημιούργησαν ιστορία».
Με τα χρονογραφήματά της, τα θεατρικά και τη δέσμευσή της στο θέατρο, η Καρίνα Ιωαννίδου συνεχίζει να σφυρηλατεί μια πορεία όπου η γραφή, η τέχνη και η ζωή διασταυρώνονται, προσφέροντας στον αναγνώστη και τον θεατή έναν καθρέφτη της ανθρώπινης εμπειρίας, με ευαισθησία, χιούμορ και αυθεντικότητα.

Πέντε ερωτήσεις
Το πρώτο σας βιβλίο σας “Speak up” αφορά στα μηνιαία δημοσιευμένα σας κείμενα στο περιοδικό Speak news. Πώς σας φαίνεται που αυτές οι σύντομες μηνιαίες ιστορίες- που κάποιες από αυτές φιλοξενήθηκαν μεταφρασμένες στο αμερικανικό περιοδικό The Blue Nib Magazine – τώρα ζουν όλες μαζί, δίπλα δίπλα, σαν ένα σώμα;
Όλη μου η ζωή πριν από αυτό το βιβλίο περιστρεφόταν γύρω από τη θεατρική γραφή· μέχρι τότε είχα γράψει αποκλειστικά για τη σκηνή. Όταν λοιπόν ο Ανδρέας Γερμανός μού πρότεινε να γράψω με απόλυτη ελευθερία ένα κείμενο για το πρώτο τεύχος του Speak news, το είδα σαν μια όμορφη –και κάπως τρομακτική– πρόκληση: να δοκιμαστώ για πρώτη φορά στο μικρό διήγημα. Αυτή η πρώτη απόπειρα, όμως, άνοιξε έναν καινούργιο δρόμο. Ακολούθησαν άλλες 35 ιστορίες, που μπήκαν σε αυτό το βιβλίο και συνεχίζω να γράφω μέχρι σήμερα, σαν να είχε ξεκλειδώσει μέσα μου ένας καινούργιος αφηγηματικός ρυθμός. Όταν αυτές οι ιστορίες «γεννιότανε», δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μια μέρα θα συνυπήρχαν όλες μαζί, συγκεντρωμένες σε ένα βιβλίο. Κι όμως, ήρθε η στιγμή που οι εκδόσεις Γερμανός μού το πρόσφεραν ως δώρο-έκπληξη: σχεδιασμένο, τυπωμένο, ολοκληρωμένο, έτοιμο να πάρει τον δικό του δρόμο. Το να κρατώ στα χέρια μου αυτές τις μικρές μηνιαίες αφηγήσεις –κάποιες από τις οποίες ταξίδεψαν μέχρι την Αμερική– συγκεντρωμένες σαν ένα ενιαίο σώμα, είναι κάτι βαθιά συγκινητικό. Είναι υπέροχο να σκέφτομαι πως τώρα συνυπάρχουν όλες μαζί μέσα στον δικό τους μικρόκοσμο, αλλά ταυτόχρονα «ονειρεύονται» να ταξιδέψουν από αναγνώστη σε αναγνώστη και να αγγίξουν κάποιον. Γιατί, στο τέλος, αυτός είναι ο μυστικός προορισμός κάθε ιστορίας.
Στο βιβλίο συνυπάρχουν πανδημίες, γιορτές, πόλεμοι και… πασχαλίτσες που μιλάνε. Καλύπτουν τρία χρόνια γεμάτα γεγονότα. Πώς ήταν να «μεταφράζετε» την εποχή μας σε μικρές ιστορίες; Τι σας ενέπνευσε περισσότερο: οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, προσωπικά σας βιώματα;
Δεν προσπαθούσα ακριβώς να «μεταφράσω» την εποχή μας· προσπαθούσα περισσότερο να τη «νιώσω». Άφηνα την ψυχή μου να κινείται ελεύθερη, να «χορεύει» στον ρυθμό των γεγονότων που διαδραματίζονταν γύρω μου – γεγονότων μεγάλων, καθοριστικών, άλλοτε ευχάριστων κι άλλοτε τρομακτικών. Κι ενώ ο θόρυβος της πραγματικότητας ήταν συχνά εκκωφαντικός, εγώ εστίαζα κυρίως στις μικρές λεπτομέρειες, σε εκείνα τα ψιθυριστά σημάδια που συνήθως προσπερνάμε χωρίς να τα βλέπουμε. Η έμπνευση για κάθε ιστορία είναι πάντα κάτι διαφορετικό. Μπορεί να είναι κάτι που βλέπω, που ακούω, που αγγίζω, ή απλώς μια αδιόρατη αίσθηση που με κατακλύζει. Είναι εκείνο –όπως εγώ το «μεταφράζω» μέσα μου– το αδιόρατο κάτι που κάνει την καρδιά μου να χτυπά δυνατότερα για μέρες, μέχρι να βρει τρόπο να βγει στο φως και να αποτυπωθεί στο χαρτί. Και αυτό το «κάτι» μπορεί να γεννηθεί από προσωπικά βιώματα που αναδύονται απρόσμενα, σαν να έρχονται να συναντηθούν, να συγκρουστούν ή να αλληλεπιδράσουν με ανθρώπους, με τόπους, με στιγμές – ακόμη και με τα έμβια και τα άβια. Όλα όσα συναντώ, πραγματικά ή φανταστικά, γίνονται υλικά μιας εσωτερικής συνομιλίας, που τελικά καταλήγει σε μια μικρή ιστορία έτοιμη να μοιραστεί τον δικό της παλμό με τους άλλους.

«Εμφανίζονται» και αξέχαστοι θρύλοι του καλλιτεχνικού κόσμου, όπως ο Δημήτρης Καρέλλης και ο Τάκης Κανελλόπουλος. Τι σας ώθησε να τους εντάξετε στις ιστορίες σας;
Με ώθησε το αποτύπωμα ανθρώπων που σημάδεψαν τη ζωή μου. Καθένας τους άφησε μέσα μου ένα μοναδικό ίχνος. Η γνωριμία μου με σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου υπήρξε ένα αληθινό δώρο και συχνά νιώθω την ανάγκη να τους εντάσσω στις ιστορίες μου σαν έναν μικρό φόρο τιμής – έναν τρόπο να τους πω ότι δεν τους ξεχνώ, ότι η αγάπη και η ευγνωμοσύνη μου παραμένουν ζωντανές.
Αν το “Speak up” ήταν μια θεατρική παράσταση, τι «σκηνικό» θα είχε; Πιο ρεαλιστικό, πιο σουρεαλιστικό;
Αν το Speak up ήταν θεατρική παράσταση, θα ήταν ένα ψηφιδωτό τοίχου, γεμάτο πρόσωπα, αντικείμενα, εικόνες και μισοειπωμένες φράσεις – θραύσματα μνήμης, άλλοτε καθαρά κι άλλοτε σαν ονειρικές αντανακλάσεις. Η σκηνή θα ήταν σχεδόν άδεια, για να αναδεικνύει τον χώρο των λέξεων, των σιωπών και των συναισθημάτων. Θα το ονόμαζα «ποιητικό σουρεαλισμό».
Τι εύχεστε να νιώσει ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο;
Θα ήθελα, κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης να κρατήσει μέσα του κάτι ζωντανό – μια λέξη, μια εικόνα, μια αίσθηση που θα συνεχίσει να τον συνοδεύει και μετά το τελευταίο φύλλο. Η ανάγνωση είναι πάντα μια βαθιά προσωπική εμπειρία, και εύχομαι οι ιστορίες μου να αγγίξουν ευαίσθητες χορδές, να ξυπνήσουν συναισθήματα και να προκαλέσουν σκέψεις. Επιθυμώ ο κάθε αναγνώστης, με τον δικό του μοναδικό τρόπο, να «συνομιλήσει» με τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις, να βιώσει εναλλαγές συναισθημάτων και, στο τέλος, να νιώσει τη ζεστασιά και την τρυφερότητα που ένιωθα κι εγώ καθώς τις έγραφα.
Δημοσιεύτηκε στην εφηγμερίδα «Θεσσαλονίκη»