Από πότε άρχισαν οι συζητήσεις για το αν είναι «ρηχό» ή «κάτι βαθύτερο» το ποδόσφαιρο;
Το μακρινό 1969 ο αξέχαστος συγγραφέας, φιλόσοφος και σημειολόγος Ουμπέρτο Έκο έγραφε:
«Υπάρχει ένα πράγμα που, ακόμη κι αν κρινόταν απαραίτητο, κανένα φοιτητικό κίνημα, αστική εξέγερση, συνολική αμφισβήτηση ή οτιδήποτε άλλο, δε θα μπορέσει ποτέ να κάνει: να εισβάλει σε γήπεδο την Κυριακή το απόγευμα».
Και παρακάτω: «Μπορείτε να κάνετε κατάληψη ενός καθεδρικό ναού και θα έχετε ένα μητροπολίτη να διαμαρτύρεται, κάποιους καθολικούς ενοχλημένους , ένα ποσοστό αντιφρονούντων να το βλέπει με καλό μάτι και αριστερά κόμματα να το κρίνουν με επιείκεια.
Μπορείτε ακόμη να καταλάβετε τα κεντρικά γραφεία ενός κόμματος και άλλα κόμματα, φιλικά η εχθρικά, θα σκεφτούν ότι «του άξιζε». Αλλά αν καταλάμβανε κανείς ένα γήπεδο, εκτός από τις άμεσες αντιδράσεις του κόσμου, όλες οι οργανώσεις θα διαχώριζαν τη θέση τους από αυτή των επιτιθέμενων. Η εκκλησία, η δεξιά, η αριστερά, το κράτος , η δικαιοσύνη….»
Μπορείτε να βρείτε ολόκληρη την ανάλυση του Έκο στο βιβλίο του «Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή» που το είχαμε σαν ευαγγέλιο πριν από 45 χρόνια.
Η ποδοσφαιρική λογική του «εμείς» και «οι άλλοι» λειτουργεί συχνά σαν ένα πολύ ισχυρό echo chamber (θάλαμος αντήχησης), γιατί οι φίλαθλοι καταφεύγουν σε μέσα και κοινωνικά «δίκτυα» όπου απλώς επιβεβαιώνουν αυτά που ήδη πιστεύουν, ενώ οι αντίθετες απόψεις αποκλείονται ή αγνοούνται. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε έναν χώρο όπου ακούς συνεχώς την ίδια άποψη να «αντηχεί» γύρω σου.