Της Χιονίας Βλάχου – Μπλιάτκα
Η Κασσάνδρα Δημοπούλου ανήκει στην κατηγορία των καλλιτεχνών που δεν αρκούνται απλώς στο να υπηρετήσουν την τέχνη τους, αλλά επιδιώκουν να την επαναπροσδιορίσουν. Μέτζο σοπράνο διεθνούς ακτινοβολίας, μουσικός, σκηνοθέτρια, δημιουργός θεατρικού έργου και ιδρύτρια καλλιτεχνικών οργανισμών, κινείται με την ίδια ορμή από τη σκηνή στο αναλόγιο και από την ερμηνεία στη δημιουργία. Η διαδρομή της έχει κάτι από την ένταση της όπερας: Πάθος, αναζήτηση, μεταμόρφωση και επιμονή.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, ξεκίνησε τις μουσικές της σπουδές με βιολοντσέλο στο Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Το τραγούδι δεν αποτέλεσε εξαρχής τον στόχο της αλλά προέκυψε αργότερα, κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο εξωτερικό. Η Ακαδημία Μουσικής του Detmold υπήρξε το πρώτο σημείο επαφής με το κλασικό τραγούδι, ενώ ακολούθησαν σπουδές όπερας στη Στουτγάρδη. Η εκπαιδευτική της διαδρομή ολοκληρώθηκε στη Royal Academy of Music του Λονδίνου, όπου απέκτησε Master in Arts στη Φωνητική και τιμήθηκε με το βραβείο DipRAM, έχοντας την υποστήριξη διεθνών και ελληνικών υποτροφιών.
Από το 2005 και μετά εμφανίζεται σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, σε σημαντικές λυρικές σκηνές και συναυλιακούς χώρους της Ευρώπης και της Αμερικής. Η συνεργασία της με κορυφαίες ορχήστρες και προσωπικότητες του χώρου δεν λειτούργησε ποτέ για την ίδια ως αυτοσκοπός. Όπως λέει χαρακτηριστικά, «η καριέρα έχει νόημα μόνο όταν σε πηγαίνει πιο βαθιά μέσα στο έργο και όχι απλώς πιο ψηλά».
Το ρεπερτόριό της εκτείνεται από το δραματικό και belcanto ρεπερτόριο έως το μπαρόκ και το ορατόριο, ενώ έχει συμμετάσχει και σε πρώτες παγκόσμιες εκτελέσεις έργων σύγχρονων συνθετών. Παρ’ όλα αυτά, εκεί που η καλλιτεχνική της σκέψη αποκτά ιδιαίτερο βάθος, είναι στη συνάντησή της με τη σκηνοθεσία. «Όταν σκηνοθετείς», επισημαίνει, «δεν μπορείς να μείνεις στη φωνή. Πρέπει να καταλάβεις τι συμβαίνει πίσω από τις νότες, γιατί γράφτηκε αυτή η μουσική, τι εννοεί ο συνθέτης».
Η ανάγκη της να δημιουργήσει δεν περιορίστηκε στη σκηνή. Υπήρξε συνιδρύτρια της Opera Studio Skull of Yorick Productions και καλλιτεχνική διευθύντρια της Εταιρίας Λυρικού Θεάτρου Ελλάδος, σε μια περίοδο που η πολιτιστική παραγωγή δοκιμαζόταν έντονα. «Δεν ήθελα απλώς να κάνουμε παραστάσεις», εξηγεί. «Ήθελα να υπάρξει ένας χώρος που να χτίζει, να στηρίζει ανθρώπους, να λειτουργεί ως φορέας και όχι ως γεγονός».

Από αυτήν ακριβώς τη σκέψη προέκυψε και η συγγραφική της δουλειά. Το έργο Η Όπερα βγήκε απ’ τον Παράδεισο δεν είναι απλώς μια μαύρη κωμωδία, αλλά μια εσωτερική παρατήρηση του λυρικού κόσμου με χιούμορ, αυτογνωσία και μουσική ενσωματωμένη στη δράση. «Ήθελα να δείξω τους χαρακτήρες πίσω από το γκλάμουρ», λέει. «Αυτό που δεν βλέπει ο θεατής όταν μας συναντά μόνο πάνω στη σκηνή».
Η επιστροφή
Η επιστροφή της στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια δεν υπήρξε επαγγελματική στρατηγική αλλά προσωπική αναγκαιότητα. «Έφυγα πολύ μικρή, σχεδόν 17 χρονών και για πολλά χρόνια δεν υπήρχε ουσιαστικός χρόνος σύνδεσης με τον τόπο», αναφέρει. Η επιστροφή, όπως λέει, ήταν μια διαδικασία επανασύνδεσης με τις ρίζες της: «Δεν με καλύπτει η Θεσσαλονίκη ούτε αισθητικά ούτε πολιτιστικά, αλλά είναι η ρίζα μου. Και με τη ρίζα πρέπει να έχεις καλές σχέσεις». Για την ίδια, αυτή η σχέση με τη ρίζα δεν είναι ρομαντική αλλά υπαρξιακή.
Σήμερα συνεχίζει να δραστηριοποιείται ενεργά στη σκηνή.
Για όλο τον Δεκέμβριο συμμετέχει στη μουσικοθεατρική παράσταση Ο Άγγελος και το Σπουργίτι στο Θέατρο Αθήναιον, όπου ζωντανεύει τη μορφή της Marlene Dietrich σε έναν διάλογο μνήμης και μουσικής με την Édith Piaf.
«Είναι ένα έργο που έφερα εγώ από τη Γερμανία. Είχα παίξει εκεί πριν από έναν χρόνο τον ίδιο ρόλο και ενθουσιάστηκα. Αμέσως ένιωσα την επιθυμία να το φέρω στην Ελλάδα και μέσα σε λίγους μήνες οι συγκυρίες βοήθησαν: Ο Αντώνης Καραγιάννης δέχτηκε να το σκηνοθετήσει σε δική μου μετάφραση και ο Παύλος Μιχόπουλος άνοιξε το ανακαινισμένο Θέατρο Αθήναιον με αυτή την παράσταση», αναφέρει.
Παράλληλα, εμφανίζεται ως guest στη χριστουγεννιάτικη συναυλία των The Italian Tenors στο Βελλίδειο στις 13 Δεκεμβρίου, σε ένα πρόγραμμα που κινείται ανάμεσα στο κλασικό ιταλικό τραγούδι και το crossover ρεπερτόριο. «Εγώ τραγουδάω Μίλβα και Νταλιντά. Είναι μουσική που μας γυρίζει νοσταλγικά σε μια άλλη, πιο ανέμελη, πιο ελπιδοφόρα, πιο ρομαντική εποχή. Χαίρομαι πολύ που συνεργάζομαι μαζί τους, γιατί είναι επαγγελματίες και κάνουν φανταστική δουλειά», αναφέρει.
Με ανυπομονησία περιμένει να μοιραστεί με το κοινό το ατομικό ρεσιτάλ της στο Μέγαρο Μουσικής στις 9 Μαρτίου 2026, με πρόγραμμα γερμανικού ρομαντισμού (Βάγκνερ, Σούμαν, Στράους), μαζί με την πιανίστα της η οποία έρχεται από την Όπερα του Βερολίνου.
Τον Μάρτιο 2026 και τον Μάιο – Ιούνιο 2026 θα ταξιδέψει στο Λονδίνο (θέατρο Cockpit) και τη Νέα Υόρκη με το έργο «Καθρέφτες» της Άντας Τσεσμελή- Edwards. Ένα έργο για τη γυναικεία ενδυνάμωση ενώ τα έσοδα των παραστάσεων θα πάνε σε ιδρύματα για κακοποιημένες γυναίκες. Πρωταγωνιστεί δίπλα στις: Άντα Τσεσμελή- Edwards και Χριστίνα Γυφτάκη. Το έργο παίζεται ήδη μια δεκαετία. Είχε την τύχη να συμπρωταγωνιστήσει δίπλα στην Άντα, με την οποία έχουν ένα παρελθόν υπέροχων συνεργασιών (όλες σκηνοθεσίες της) στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη» την άνοιξη 2025 και είναι τιμή της που συμμετέχει στο διεθνές του ανέβασμα, το οποίο θα γίνει αυτή τη φορά στην αγγλική γλώσσα.
INFO
«Ο Άγγελος και το Σπουργίτι»
Μουσικοθεατρική παράσταση βασισμένη στη σχέση της Marlene Dietrich και της Édith Piaf, με στοιχεία «θέατρο μέσα στο θέατρο» και ερμηνεία εμβληματικών τραγουδιών τους.
Χώρος: Θέατρο Αθήναιον, Θεσσαλονίκη (Βασ. Όλγας 35, τηλ. 6985603020)
Ημερομηνίες: 11, 12, 18, 19 και 26 Δεκεμβρίου
Εισιτήρια: more.com
5 ερωτήσεις στην Κασσάνδρα Δημοπούλου

Η διακεκριμένη μέτζο σοπράνο μιλά για τη Θεσσαλονίκη που διαμόρφωσε την καλλιτεχνική της ταυτότητα, τη βαθιά της σχέση με την Κάρμεν, τη μετάβαση στη σκηνοθεσία και το όραμά της για μια ζωντανή, ουσιαστική ελληνική λυρική σκηνή.
Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ξεκινήσατε τις μουσικές σας σπουδές. Με ποιον τρόπο θεωρείτε ότι η πόλη αυτή διαμόρφωσε την καλλιτεχνική σας ταυτότητα και τη σχέση σας με την όπερα;
Η σχέση μου με τη Θεσσαλονίκη δεν συνδέεται άμεσα με την όπερα, γιατί την περίοδο που μεγάλωνα δεν υπήρχε λυρική σκηνή στην πόλη. Δεν είχα καμία επαφή με το είδος και ούτε καν σκέφτηκα ποτέ ότι θα ασχοληθώ επαγγελματικά με αυτό. Ωστόσο, η πόλη διαμόρφωσε ουσιαστικά την καλλιτεχνική μου ταυτότητα μέσα από την κλασική μουσική. Η οικογένειά μου, το Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης όπου σπούδασα βιολοντσέλο και η έντονη παρουσία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης δημιούργησαν ένα ζωντανό και γόνιμο περιβάλλον. Υπήρχε τότε μια πραγματική μουσική κοινότητα, σχεδόν μια οικογένεια, που ενέπνευσε εμένα αλλά και πολλούς ανθρώπους της γενιάς μου να ακολουθήσουμε επαγγελματικά τον δρόμο της μουσικής. Τότε ήμουν μόνο μουσικός. Το τραγούδι δεν υπήρχε ακόμη στον ορίζοντά μου.
Πώς βιώνει σήμερα το θεσσαλονικιώτικο κοινό την όπερα; Πώς μπορεί να αυξηθεί το ενδιαφέρον του κόσμου για το είδος;
Το κοινό της Θεσσαλονίκης αγαπά την όπερα και αυτό αποδεικνύεται κάθε φορά που παρουσιάζονται παραστάσεις. Η όπερα, όσο ιδιαίτερο είδος κι αν είναι, έχει πάντα κοινό και στην πόλη και παντού. Το πρόβλημα δεν είναι η ανταπόκριση του κόσμου αλλά το γεγονός ότι δεν υπάρχει μόνιμη λυρική σκηνή ούτε σήμερα. Υπάρχουν μόνο μεμονωμένες παραγωγές -οι οποίες φυσικά γεμίζουν αλλά δεν υπάρχει συνέχεια. Για να αναπτυχθεί πραγματικά το ενδιαφέρον, χρειάζεται σταθερή δομή, θεσμική υποστήριξη και παρουσία. Όταν η όπερα πάψει να εμφανίζεται αποσπασματικά και αρχίσει να λειτουργεί ως ζωντανός πολιτιστικός πυρήνας, τότε το κοινό θα ακολουθήσει ακόμη πιο δυναμικά.
Στο ρεπερτόριό σας συναντάμε μερικούς από τους πιο απαιτητικούς ρόλους για μέτζο σοπράνο. Ποιος από αυτούς σας έχει «δοκιμάσει» περισσότερο;
Η Κάρμεν είναι σίγουρα ο ρόλος με τον οποίο συνδέθηκα βαθύτερα. Τον τραγούδησα σε αρκετές παραγωγές, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να δημιουργηθεί μια τέτοια σχέση. Είναι κυρίως ο ίδιος ο χαρακτήρας της που με αφορά βαθιά. Η Κάρμεν συμβολίζει την ελευθερία του πνεύματος, της σεξουαλικότητας, της σκέψης του ατόμου και ειδικά της γυναίκας. Είναι ένας διαχρονικός ρόλος που ενδυναμώνει τον άνθρωπο που τον ερμηνεύει και εξακολουθεί να μιλά με τον ίδιο τρόπο στο σημερινό κοινό. Κάθε φορά που τον προσεγγίζω, ανακαλύπτω κάτι καινούργιο τόσο για τον ρόλο όσο και για τον εαυτό μου.
Έχετε σκηνοθετήσει έργα σε σημαντικούς χώρους, από το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης έως το Αρχαίο Θέατρο Κούριου. Τι σας προσφέρει η μετάβαση από την ερμηνεία στη σκηνοθεσία;
Η σκηνοθεσία μου έδωσε μια εντελώς άλλη οπτική πάνω στο λυρικό έργο. Με έφερε σε πολύ βαθύτερη επαφή με το μουσικό κείμενο αλλά και με το ψυχολογικό και συναισθηματικό υπόβαθρο των χαρακτήρων. Όταν απλώς ερμηνεύεις, αντιλαμβάνεσαι τη μουσική με έναν συγκεκριμένο τρόπο αλλά όταν σκηνοθετείς, προσπαθείς να καταλάβεις τι κρύβεται πίσω από τις νότες, τις παύσεις, τη μουσική γραμμή. Αναζητάς τις λεπτές αποχρώσεις, τις πραγματικές σχέσεις των προσώπων, ώστε να μην αναπαράγεις μια καρικατούρα αλλά να φτάσεις στην ουσία του έργου. Αυτή η διαδικασία με έχει επηρεάσει βαθιά και ως τραγουδίστρια.
Ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για τη σύγχρονη ελληνική λυρική σκηνή;
Να μπορέσει να λειτουργήσει ως φορέας πολιτισμού και όχι απλώς ως χώρος παραστάσεων. Η ελληνική λυρική σκηνή χρειάζεται να χτίσει ουσιαστικά πάνω στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας, να στηρίξει τους Έλληνες τραγουδιστές και δημιουργούς χωρίς να χάσει τη διεθνή της παρουσία. Ταυτόχρονα, χρειάζονται περισσότερες σκηνές και περισσότερες ευκαιρίες. Ένα μόνο θέατρο δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες ενός ολόκληρου καλλιτεχνικού χώρου. Το ζητούμενο είναι η συνέχεια, η ποιότητα και οι ουσιαστικές συνθήκες εργασίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»