Ο «Δον Ζουάν» που είδα την περασμένη Κυριακή στο Αριστοτέλειον Θέατρο στη Θεσσαλονίκη με τον Πάνο Βλάχο, δεν είναι μια παράσταση που σε χαϊδεύει. Είναι από εκείνες που σε στριμώχνουν. Και ίσως γι’ αυτό ενοχλεί.
Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, να πω πως εδώ ο Δον Ζουάν δεν είναι απλώς ο διαβόητος γυναικοκατακτητής του μύθου. Είναι ένας ναρκισσιστής “ηγέτης”, ένας influencer της επιθυμίας, ένας ψευτογκουρού της ευτυχίας. Ένας σημερινός άνδρας, άνεργος καλλιτέχνης, που χωρίς να έχει γράψει ούτε αράδα θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα. Που με το ένα χέρι ψαχουλεύει το ταμείο του μπαρ του πατέρα του και με το άλλο τις «πεταλουδίτσες» που, κατά το δικό του «γοητευτικό» δίκαιο, του ανήκουν. Και κάπου εκεί, με αρωγό την παιδαριώδη αυτοπεποίθησή του, το κακόφημο στέκι αναβαθμίζεται σε… εκκλησία. Με ιέρειες τις υποτελείς του και αρχιερέα τον ίδιο.
Πόσο σημερινό όλο αυτό σκέφτομαι… Σε μια εποχή όπου δηλώνουμε πολύ εύκολα ποιοι είμαστε, χωρίς απαραίτητα να είμαστε, ένα κείμενο που έρχεται και μας το δείχνει κατάμουτρα, ή θα το λατρέψουμε ή θα το μισήσουμε.

Η ελεύθερη διασκευή του μύθου, σε κείμενο και σκηνοθεσία της Λητώς Τριανταφυλλίδου (μαζί με τον Πάνο Βλάχο), καταθέτει ένα πληθωρικό, συχνά ανοικονόμητο, σε σημεία προβληματικό ή φλύαρο (σημείο της εποχής άλλωστε κι αυτό), αλλά αδιαμφισβήτητα άκρως ενδιαφέρον και γοητευτικό σύγχρονο σχόλιο για την ανδρική ταυτότητα, την πατριαρχία, τους έμφυλους ρόλους, τον φεμινισμό, την κουλτούρα του βιασμού και τα αιτήματα του #metoo. Αφετηρία της ιστορίας η διάλυση του παρ’ ολίγον γάμου του με την Ελβίρα, όταν πιάνεται επ’ αυτοφώρω με την αδερφή της, ένα γεγονός που λειτουργεί σαν θρυαλλίδα για να ξεδιπλωθεί όλο το σύστημα αξιών (ή μάλλον ανυπαρξίας τους) του ήρωα.
Η σκηνοθεσία αποδομεί τον μύθο με όρους απόλυτα σημερινούς. Κάποιες στιγμές μοιάζει με lecture performance, με μια ακατάσχετη φλυαρία που μπορεί και να σε εξαντλεί. Κι όμως, αυτή η υπερφόρτωση καταλήγει σε ένα αποτέλεσμα εκστατικό, σαρωτικό και ταυτόχρονα τρομακτικό, σαν να παρακολουθείς την κατασκευή και την κατάρρευση ενός ειδώλου μπροστά στα μάτια σου.
Το σκηνικό του Δημήτρη Πολυχρονιάδη, με κυρίαρχο ένα τεράστιο άγαλμα, χτίζει μια επιβλητική, σχεδόν απειλητική ατμόσφαιρα, ενισχυμένη από έντονη μουσική που λειτουργεί σαν παλμός. Δεν σου επιτρέπει απόσταση· σε τραβάει μέσα.
Ο Πάνος Βλάχος διαθέτει αναμφίβολα σκηνικό εκτόπισμα. Είναι εκρηκτικός, χαρισματικός, ένας χαμαιλεοντικός περφόρμερ που μοιάζει να αυτοσχεδιάζει, χωρίς όμως να ξεφεύγει ούτε σπιθαμή από τη λεκτική, σωματική και εκφραστική κατασκευή του ρόλου. Οι στίχοι του, μάλιστα, σε αρκετά σημεία αποτυπώνουν τη συγγραφική στόχευση πιο καθαρά και πιο εύστοχα απ’ ό,τι ο λόγος. Δίπλα του, ο Χριστόδουλος Στυλιανού (και το καλοκαίρι ο Κώστας Φιλίππογλου) ως πατέρας και Έλληνας «παλαιάς κοπής» και οι υπόλοιπες ερμηνείες να συμπληρώνουν ένα σύνολο με έντονη ενέργεια και σαφή θέση.

Στον πυρήνα της, η παράσταση θέτει ερωτήματα που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις, όπως τι σημαίνει να είσαι άντρας σήμερα; Τι σήμαινε για τις προηγούμενες γενιές; Πόσο εύκολα πιστεύουμε ανθρώπους που αυτοπροβάλλονται ως φορείς της απόλυτης αλήθειας, που μας πουλάνε απλοϊκές, ασύνδετες και κενές απαντήσεις ως υπόσχεση ευτυχίας; Και πώς συνδέεται ο Δον Ζουάν ως σύμβολο, με τη σύγχρονη βιομηχανία των ψευτογκουρού, του life coaching και των New Age αφηγημάτων;
Ίσως τελικά αυτός ο Δον Ζουάν να ενοχλεί περισσότερο γιατί, πίσω από τις ακραίες συμπεριφορές, βλέπουμε την ίδια την κοινωνία μας. Και αν καθίσεις να το σκεφτείς, συχνά πιο ακραία είναι η καθημερινότητά μας παρά μια θεατρική σκηνή. Ναι, υπάρχουν θεατές που θέλουν να πάνε στο θέατρο για να δουν μια «ωραία ιστορία» μακριά από τη ζωή τους. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που θέλουν ένα θέατρο απόλυτα σημερινό, που να περιγράφει όσα ζουν και όσα βλέπουν γύρω τους. Ο «Δον Ζουάν» απευθύνεται ξεκάθαρα στους δεύτερους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η παρουσίαση του βιβλίου της παράστασης (ΚΑΠΑ εκδοτική), που κυκλοφόρησε πρόσφατα, και η συζήτηση που είχαμε την περασμένη Κυριακή με τη Λητώ Τριανταφυλλίδου και τον Πάνο Βλάχο στο πλαίσιο της παρουσίασης του, ήταν απόλυτα αποκαλυπτική.

Για όσους βρεθήκαμε εκεί, άνοιξε μπροστά μας μια επιπλέον εξήγηση του έργου, μια ολοκληρωμένη εικόνα για όσα είδαμε ή για όσα θα βλέπαμε αν πηγαίναμε μετά στην παράσταση. Εγώ, την έχω δει και το καλοκαίρι και τώρα στη Θεσσαλονίκη, και κάθε φορά διαπίστωσα πως ανακαλύπτω μια νέα ανάγνωση. Κάτι μετακινείται. Κάτι αποκαλύπτεται αλλιώς. Και κάπως έτσι καταλαβαίνω κι αυτό που είπε εκείνο το μεσημέρι στην παρουσίαση ο Βλάχος πως «Θέλω να είμαι προκλητικός. Και δεν ντρέπομαι να το πω σήμερα. Θέλω να προκαλέσουν αυτά που γράφονται με αυτά που λέω. Δεν γίνεται να μην είμαστε προκλητικοί. Η παρούσα εποχή είναι προκλητική. Οι γενιές του σήμερα είναι προκλητικές. Η αδικία είναι προκλητική. Η έλλειψη δικαιοσύνης είναι προκλητική. Η στάση των πολιτικών είναι προκλητική. Ο τρόπος που τα μέσα μας χειραγωγούν είναι προκλητικός. Και ζητάτε από εμάς να μην είμαστε προκλητικοί σε αυτά που γράφουμε; Θα συνεχίσω να είμαι προκλητικός, αλλά πάνω από όλα θέλω να είμαι αληθινός, ειλικρινής και ελεύθερος»
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Και αυτό, τελικά, είναι ίσως το πιο τίμιο και ζωντανό πράγμα που μπορεί να κάνει σήμερα το θέατρο. Να μετακινεί, να αποκαλύπτεται και να αποκαλύπτει. Κι αν μπορέσει, ακόμα και να προκαλέσει.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: Σκηνοθεσία: Λητώ Τριανταφυλλίδου | Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης | Κοστούμια: Ματίνα Μέγκλα | Μουσική: Αλέξανδρος Κούρος | Στίχοι: Πάνος Βλάχος | Κίνηση: Παναγιώτα Καλλιμάνη | Διανομή: Πάνος Βλάχος, Χριστόδουλος Στυλιανού, Παναγιώτης Κατσώλης, Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη, Λήδα Καπνά, Μελίνα Βαμπούλα | ΘΕΑΤΡΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΝ (Εθνικής Αμύνης 2, Τηλ. 2310 262 051)