Στην Αθήνα το λένε «κοπάνα», στη Θεσσαλονίκη όμως, για τους εφήβους στα χρόνια του 1950 και του 1960 η λέξη «σμπόμπα» ήταν αυτή που απέδιδε το σκασιαρχείο από την τάξη.
Έτσι όταν ρώτησα τον πιανίστα και συνθέτη Άλκη Κακαλιάγκο , θρύλο του συγκροτήματος Olympians για το πώς έζησε ως 14χρονος μαθητής τη φρενίτιδα με τη «Μπε-Μπε», θυμήθηκε μια μεγαλοπρεπή «σμόμπα»!
«Η Μπεμπέ…. ήμουν έφηβος, γυμνασιόπαιδο μόλις δεκατεσσάρων ως όταν είδαμε το 1957 την ταινία “Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα”. Το “Τιτάνια”, στην Τσιμισκή, εκτός από κινηματογράφος ήταν και αίθουσα -πόλος έλξης των κοσμικών τύπων της εποχής. Λίγες μέρες πριν, στα “προσεχώς” , είχαμε δει την πασίγνωστη σκηνή με την Μπριζίτ ημίγυμνη και τον Κουρτ Γιούργκενς που έπαιζε τον μεγαλύτερο και πλούσιο σύζυγό της. Ντρέπομαι να περιγράψω πως ένιωσα. Η μισή τάξη κάναμε “σμπόμπα” από το σχολείο για να πάμε στο σινεμά “Τιτάνια”, και να τη δούμε σε πρωϊνή προβολή».
Η Παριζιάνα ηθοποιός ήταν κάποτε αναμφίβολα ένα σύμβολο της σεξουαλικής επανάστασης, διαδίδοντας το μπικίνι και τον γαλλικό κινηματογράφο, αλλά αργότερα στη ζωή της η ίδια προκάλεσε οργή με τις χωρίς περιστροφές διατυπωμένες απόψεις της για την ομοφυλοφιλία, τη μετανάστευση, το Ισλάμ και το #MeToo.
Πώς όμως η αρχική «γατούλα του σεξ» προκάλεσε τόσες διαμάχες μέχρι το τέλος;
Εκείνη η εικόνα των 1950s , με τα ατημέλητα μαλλιά της, τα βαθιά ντεκολτέ , τα γυμνά πόδια, τα άτονα μάτια της και το μισάνοιχτο στόμα μιλούσε από μόνη της. Η μακρά ζωή της όπως αποδείχθηκε δεν ήταν ποτέ μακριά από σκάνδαλα.
Σε ένα από τα άρθρα που ακολούθησαν την είδηση του θανάτου της, ένας ανταποκριτής του BBC για τα πολιτιστικά σημείωνε: «Η Μπαρντό αφήνει πίσω της μια περίπλοκη κληρονομιά και θα είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς θα αντιδράσει η Γαλλία στον θάνατό της».
Και πράγματι αντέδρασε.
Η μετέπειτα στάση της απέναντι σε μεγάλης σημασίας και κρισιμότητας θέματα του 21ου αιώνα ήρθαν σε ζωηρότατη αντίθεση με αυτό που αρχικά υπήρξε, δηλαδή πρωτοποριακό σύμβολο του σεξ -πρωτόγονα αντισυμβατικό- στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Έφερε τότε μια νέα ευρωπαϊκή αισθησιακότητα στο γαλλικό σινεμά
Η δραματική της στροφή στη συνέχεια από το Χόλιγουντ στην ένθερμη υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ζώων μέσω του ομώνυμου ιδρύματός της, υπήρξε μια κεντρική πτυχή της μετέπειτα ζωής της.
Όλες αυτές τις μέρες μετά το θάνατό της, το ταξίδι της Μπριζίτ Μπαρντό από την κινηματογραφική αίσθηση σε μια πιο σύνθετη, συχνά προκλητική, δημόσια προσωπικότητα βαθιά αφοσιωμένη από τη μια στην ευημερία των ζώων, αλλά και με προκλητικά αμφιλεγόμενες θέσεις από την άλλη (αντιμεταναστευτικά παραληρήματα και υποκίνηση φυλετικού μίσους) , γίνεται αντικείμενο πάμπολλων αναλύσεων μέσα κι έξω από τη Γαλλία.
Οι απόψεις της την αποξένωσαν άλλωστε από πολλούς πρώην θαυμαστές της.
Η φιλόσοφος συγγραφέας Σιμόν ντε Μποβουάρ έγραψε ένα δοκίμιο το 1959 με τίτλο «Το Σύνδρομο της Λολίτα» για τη νεανική γοητεία της Μπαρντό, παρατηρώντας ότι «ένας άγιος θα πουλούσε την ψυχή του στον διάβολο απλώς και μόνο για να την δει να χορεύει».
Συχνά στα ρεπορτάζ για την κοινωνική στάση της αναφέρεται η λέξη outspoken (αυτός που μιλάει ανοιχτά, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες).
Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις, που δόθηκε τον Μάιο του 2025 στη γαλλική τηλεόραση, η Μπαρντό μίλησε εκ νέου απαξιωτικά για το κίνημα #MeToo, υπερασπίστηκε τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ εναντίον των κατηγοριών που ο τελευταίος δέχτηκε για σεξουαλική επίθεση και δήλωσε: «Ο φεμινισμός δεν είναι του γούστου μου. Μου αρέσουν οι άντρες».
Αντιμετωπίζεται και μετά θάνατον «εν θερμώ» εν μέσω διαφωνιών, από έναν κόσμο που ουδέποτε την προσπέρασε αδιάφορα.