Η Θεσσαλονίκη πάνω από την Εγνατία δεν έχει καμία σχέση με την πόλη που απλώνεται κάτω από τον φαρδύ δρόμο, τη μέση οδό ή Decumanus Maximus. Οι Θεσσαλονικείς το ξέρουν και, ίσως ανάλογα με την ηλικία και τα ενδιαφέροντά τους, διαλέγουν την αγαπημένη τους μεριά. Δεν είναι πως δεν έχει ενδιαφέρον η πάνω από την Εγνατία πόλη. Είναι όμως κάπως σκοτεινή, παραμελημένη, τη λες και παρατημένη.
Η διαφορά ανάμεσα στις δυο εκδοχές της πόλης ήταν εντονότερη ως τις αρχές του ‘ 80 αλλά ίσες δεν έγιναν ποτέ. Την αφορμή να ασχοληθούμε με την άνω της Εγνατίας Θεσσαλονίκη την πήραμε πριν από μερικές μέρες από μία στενόχωρη ανάρτηση της δημοτικής συμβούλου και πρώην αντιδημάρχου Πολιτισμού Έλλης Χρυσίδου. Η κ. Χρυσίδου είχε ένα ατύχημα σε πεζοδρόμιο που ξεκόλλησε και προεξείχε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί (ευχόμαστε περαστικά) στην οδό Φιλίππου. Μαζί με την Ολύμπου, οι δυο δρόμοι είναι προσιτοί μόνο αν είσαι αρτιμελής, γερός και υγιής. Αν έχεις κινητικά προβλήματα, κάποιας μορφής αναπηρία, μόνιμη ή παροδική, καλύτερα να μην περάσεις από εκεί. Αλλιώς αναλαμβάνεις την ευθύνη των επιλογών σου.
Όταν μάλιστα πέσει το σκοτάδι, τα πράγματα σοβαρεύουν. Και χειροτερεύουν. Κι ας έχει αναπτυχθεί η άνω της Εγνατίας Θεσσαλονίκη -τουλάχιστον σε ό, τι αφορά χώρους εστίασης και διασκέδασης. Έχουν ανοίξει πολύ «ψαγμένα» καφέ, μπαράκια και ταβερνεία (γι’ αυτόν τον λόγο μάλιστα η Ολύμπου συμπεριλήφθηκε στους 10 πιο cool δρόμους παγκοσμίως). Παρόλα αυτά, το ενδιαφέρον της ηγεσίας της πόλης παραμένει μειωμένο. Το ίδιο χαμηλά βρίσκεται και το ενδιαφέρον για λίφτινγκ σε αυτή την περιοχή.
Ακόμη και κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες που έγιναν από τον δήμο Θεσσαλονίκης, κυρίως επί δημαρχίας Μπουτάρη, όταν ολοκληρώνονταν, θύμιζαν τη μύγα μες το γάλα. Θυμάμαι ένα παρκάκι -παιδική χαρά στην πλατεία με τα Περιστέρια, κοντά στην Παλιά Λαχαναγορά (που επίσης χάσκει σε άθλια κατάσταση, όπως γράψαμε στο προηγούμενο φύλλο).
Εκείνη η ανανεωμένη παιδική χαρά ήταν σαν να την πήρε κάποιος από κάπου κάτω από την Εγνατία και την άφησε εκεί, σε μέρος άσχετο με τον περιβάλλοντα χώρο. Φάνταζε δε τόσο ξένη με τη γειτονιά, που σπανίως είχε παιδιά.
Με την απομάκρυνση του τείχους με τις λαμαρίνες και την ολοκλήρωση του μετρό Θεσσαλονίκης, αναμφισβήτητα τα σύνορα άνω και κάτω της Εγνατίας έπεσαν. Ευκαιρία λοιπόν να νιώσει κάπως το ενδιαφέρον και τη φροντίδα που απολαμβάνει η κάτω μεριά και η άνωθεν περιοχή, που έχει τις ομορφιές της -πιο διακριτικές, ίσως και συνωμοτικά κρυμμένες. Ήρθε η ώρα να ανάψουν τα φώτα και πάνω από την Εγνατία.