Οι υπουργοί μας παράγουν δυσεφάρμοστους νόμους και αιφνιδιαστικές τροπολογίες για την επιμέλεια των παιδιών χωρισμένων γονέων. Τι γίνεται όμως με την επιμέλεια των πολιτικών κομμάτων;
Τα κόμματα είναι παρατημένα στην τύχη τους σε ό,τι αφορά την ανατροφή, την εκπαίδευση και τον καθορισμό της διαμονής τους. Τα περισσότερα είναι ορφανά, με κηδεμόνες θείους, θείες και εξαδέλφους.
Τη Νεαδημοκρατίτσα τη φρόντιζε ο θείος Κώστας αλλά την παράτησε και ακολούθησε ο θείος Αντώνης που την άφησε και εκείνος. Για λίγο κράτησε το παιδί ο πονόψυχος εξάδελφος Βαγγέλης και μετά το παρέλαβε ο θείος Κυριάκος. Περί της διατροφής του Κόμματος δεν γίνεται λόγος. Ουδείς μπορεί να ισχυριστεί ότι το καημένο το Κόμμα δεν σιτίζεται επαρκώς. Τι γίνεται όμως με την ανατροφή του; Ανατρέφεται ως Κόμμα δεξιό, ή μήπως ο πρωθυπουργός του επιτρέπει να διαβάζει κεντροαριστερά αναγνώσματα και αφήνει τους σοσιαλιστές υπουργούς του να του μαθαίνουν αντάρτικα τραγούδια το βράδυ;
Για την Πασοκούλα μαθαίνω ότι την πηγαίνουν σε ψυχολόγο, γιατί κάθε πρωί φωνάζει ότι θέλει να παίξει με την Νεαδημοκρατίτσα, αλλά μόλις βρεθούν στο ίδιο δωμάτιο κλαίει και ζητάει να φύγει.
Και τι να πει κανείς για τον έρημο τον Συριζάκο; Τον παράτησε ο κηδεμόνας του ο Αλέξης και το λαϊκό δικαστήριο ανέθεσε την επιμέλεια στον μακρινό εξάδελφο Στέφανο. Εκείνος πήγε το έρημο Κόμμα στη βίλα του στις Σπέτσες και το έβαλε να λούζεται σε ρηχή στέρνα. (Την είχε χτίσει για να μαζεύει το βρόχινο νερό, όπως γράφει η οικοδομική άδεια). Επιπλέον, το ορμήνευε χωρίς ντροπή ότι το κέρδος είναι καλό πράγμα. Τρελάθηκε το παιδί, γιατί από κούνια είχε μάθει ότι ο τελευταίος μπουρζουάς θα κρεμαστεί από τα έντερα του τελευταίου γραφειοκράτη, χώρια που δεν του άρεσε το συχνό λούσιμο. Το έσκασε από τις Σπέτσες κι έτρεξε στο σπίτι του θείου του του Σωκράτη φωνάζοντας: «Άνοιξε θείε! Πού με στείλατε σ’ αυτόν τον τύπο; Ο Όλιβερ Τουίστ νόμισατε ότι είμαι;». Τι να κάνει ο θείος Σωκράτης, είδε και αποείδε, και αποφάσισε να αναθρέψει το ορφανό από το υστέρημά του.
Αλλά και το αδελφάκι του Συριζάκου, η ΝΕ.ΑΡούλα, δεν την γλίτωσε την κακοπέραση. Έχει βέβαια θείους πολλούς, που κρατούνε κεράκια και λαμπάδες όταν τους κόβουνε το ρεύμα, αλλά δεν συμφωνούν ούτε ποιος θα πληρώνει τους λογαριασμούς, ούτε αν θα την αφήσουνε την μικρή να έχει επικοινωνία με τον άστοργο Αλέξη, που όταν πήγε το παιδί να τον ακούσει στην ομιλία του, το έβαλε να καθίσει στον εξώστη, μαζί με το αδελφάκι του, γιατί τάχα θα τρώγανε σπόρια και θα ενοχλούσαν τους σοβαρούς ανθρώπους στην πλατεία. Τι θα πείραζαν δηλαδή μερικά σπόρια; Δεν τα λυπούνται τα έρημα τα ορφανά;
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»