Συνέντευξη στη Σοφία Κωνσταντινίδου
Ο Δημήτρης Πιατάς είναι η προσωποποίηση της αφοσίωσης και του ταλέντου στο ελληνικό θέατρο. Με μισό αιώνα δημιουργίας, κατάφερε να συνδυάσει τη βαθιά γνώση της υποκριτικής με τη ζωντάνια και το χιούμορ, διαμορφώνοντας ένα μοναδικό προσωπικό, ανεξίτηλο στίγμα. Από την κωμωδία ως την τραγωδία, η παρουσία του είναι πάντα γνήσια και αληθινή. Με ήθος, σοφία και σεβασμό προς το κοινό και τους συναδέλφους, η πορεία του αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε νέο ηθοποιό, ενώ η καλλιτεχνική του αξία παραμένει αδιαμφισβήτητη.
Πολυβραβευμένο έργο αλλά σκληρό και βαθιά πολιτικό ο «Πουπουλένιος»…
Είναι αλήθεια. Έχει πάρει βραβείο Olivier. Όταν πρωτογράφτηκε, αναστάτωσε το ευρωπαϊκό θέατρο. Ο ΜακΝτόνα είναι το οργισμένο παιδί της Ευρώπης. Δεν έκανε όμως τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην εποχή μας. Στην πραγματικότητα κατέγραψε ή, αν θέλετε, προαισθάνθηκε τη βία που σήμερα κυριαρχεί. Αυτό όμως το έκανε θέατρο και το έκανε ποίηση, όχι αλήθεια· όχι δηλαδή όπως τη βιώνουμε στην καθημερινότητά μας, όπου εισπράττουμε αυτή τη βία.
Σε τι χρωστά την επιτυχία του;
Η αιτία της επιτυχίας πρέπει να αναζητηθεί και δεν είναι μόνο μία. Είναι ο τρόπος που γράφει ένας συγγραφέας και ο τρόπος που παρουσιάζει τους χαρακτήρες με την αλήθεια τους, αλλά και οι πολλαπλές αναγνώσεις που αυτοί οι χαρακτήρες επιδέχονται. Το έργο δεν προσφέρεται για μία μόνο ανάγνωση αλλά για πολλές. Ο Νικορέστης Χανιωτάκης νομίζω ότι έκανε μια πολύ ουσιαστική ανάγνωση του έργου και πιθανώς αυτό είναι και μία αιτία της επιτυχίας της δικής μας παράστασης.
Στο έργο του ο ΜακΝτόνα είχε βία και ποίηση μαζί, παίζει με την αλήθεια και τα ψέματα, είναι παράλληλα δραματικός και κωμικός, τρυφερός και εγκληματίας…
Είναι όλα αυτά τα στοιχεία που με θέλγουν. Γιατί αυτό επιδιώκω κι εγώ από το καλλιτεχνικό μου μετιέ και από τις επιλογές των χαρακτήρων που θέλω να υποδύομαι. Δεν θέλω να υπάρχει μία μόνο γραφή και μία μόνο ματιά. Θέλω να είναι πολλαπλή. Σας το λέει αυτό ένας ηθοποιός που είναι κατεξοχήν κωμικός και του οποίου η καριέρα είναι φωτισμένη κυρίως στην κωμωδία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κωμωδία δεν συμπεριλαμβάνει και άλλου είδους θεματολογίες.
Πρωτοέπαιξα ΜακΝτόνα στον «Υπολοχαγό του Ίνισμορ» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, το 2003 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Μια παράσταση που παίχτηκε και στη Θεσσαλονίκη και προξένησε πολύ μεγάλη αίσθηση. Θέλω να πω ότι τον παρακολουθώ χρόνια τον ΜακΝτόνα, είμαι θαυμαστής του και τώρα πλέον τον βλέπω μέσα από τις κινηματογραφικές του ταινίες, οι οποίες είναι πραγματικά ξεχωριστές και διεκδικούν Όσκαρ ή κάνουν μεγάλη καριέρα στον κινηματογράφο -και όχι στο θέατρο, δυστυχώς για μένα.
Υπάρχει κάποια στιγμή της παράστασης που σας συγκινεί ιδιαίτερα, κάποιο σημείο;
Η σκηνή του φινάλε. Υποδύομαι έναν πολύ κακό και περίεργο ανακριτή ο οποίος στο τέλος πυροβολεί και σκοτώνει τον ήρωα, δηλαδή τον συγγραφέα. Σε μια άλλου είδους ανάγνωση ο συγγραφέας θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο ΜακΝτόνα. Είναι μια πολύ τρυφερή και ταυτόχρονα σκληρή σκηνή. Νομίζω ότι είναι από τα πράγματα που με συγκινούν ιδιαίτερα, γιατί πώς μπορείς να είσαι ο εκτελεστής και το θύμα παράλληλα; Είναι σαν να πυροβολείς τον ίδιο τον εαυτό σου -με αντανάκλαση εννοώ. Το έχω συμπεριλάβει αυτό στην παράσταση και νομίζω ότι κάτι τέτοιο μπορεί να εισπράττει και το κοινό. Μια περίεργη γροθιά στο στομάχι.

Ο Κατουριάν για εσάς είναι θύμα ή θύτης;
Είναι και τα δύο. Ο Κατουριάν είναι ο συγγραφέας, είναι ο ΜακΝτόνα ο οποίος διεκδικεί αυτό που διεκδικούν όλοι οι δημιουργοί: να διασωθεί η ιστορία του, να διασωθεί η μνήμη του ως συγγραφέα, ως ανθρώπου, ως μιας ζωντανής ύπαρξης που πέρασε από τον πλανήτη. Και η δική μας δουλειά είναι να σβήσουμε αυτή την ύπαρξη, να χαθεί σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να μην πέρασε ποτέ από αυτόν τον πλανήτη. Είναι εξαιρετική και πολύ ενδιαφέρουσα η ανάγνωση του έργου.
Ζούμε πάντως στην εποχή που είμαστε πιο κοντά στο σύμπαν του έργου περισσότερο από ποτέ.
Έχετε απόλυτο δίκιο. Δυστυχώς για εμάς, για εσάς, για τους αναγνώστες σας, ναι, η βία έγινε κανονικότητα.
Από που πηγάζει, που οφείλεται η τόση βία στις μέρες μας; Φταίνε η τηλεόραση και τα social media που δημιουργούν μιμητικές συμπεριφορές;
Το είπατε και μόνη σας. Αν αναζητήσουμε τις αιτίες, πηγάζουν από όλα αυτά τα μέσα ενημέρωσης που φωτίζουν με απροκάλυπτο ή προκλητικό τρόπο αυτού του είδους τη θεματολογία. Βεβαίως σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και η παράστασή μας. Κάνοντας αυτοκριτική, δεν θέλω να δηλώσω ότι είμαστε αθώοι σε αυτή την ιστορία. Απλώς αρνούμαι, ως δημιουργός και ως καλλιτέχνης, στο όνομα της κανονικότητας και της ηθικής κανονικότητας, να κρύβω τα σκουπίδια κάτω από το χαλί. Πρέπει να τα δείχνουμε αυτά τα σκουπίδια γιατί ο μόνος τρόπος να τα πολεμήσουμε ή να τα «καθαρίσουμε», είναι να τα προβάλλουμε ώστε να τα αποφύγουμε.
Αυτός είναι και ο ρόλος του θεάτρου άλλωστε, να λειτουργεί και ως πράξη αντίστασης.
Από την ίδρυση και τη δημιουργία του θεάτρου, δηλαδή από την αρχαία τραγωδία, φτάνουμε μέχρι το σήμερα -περνώντας βέβαια από τον Μολιέρο και τον Σαίξπηρ. Φώτισαν όλη τη σκληράδα της εποχής του Μεσαίωνα και μετέπειτα των διαφορετικών κοσμοϊστορικών γεγονότων που συνέβησαν, τα οποία το θέατρο κατάφερε να απογυμνώσει και να αναδείξει με φοβερή γραφή. Με αυτόν τον τρόπο μας δίνει τη δυνατότητα να αναλογιζόμαστε τι είμαστε εμείς οι άνθρωποι σήμερα: ζώα ή πνεύματα; Αυτή είναι η δουλειά του θεάτρου. Το πιστεύω αυτό και για την κωμωδία. Διεκδικώ να είμαι ένας γελωτοποιός, αλλά όχι ένας διασκεδαστής με την έννοια του ανέκδοτου. Διεκδικώ να είμαι ένας γελωτοποιός που προσπαθεί να αφυπνίσει συναισθήματα και ιδεολογίες, χωρίς να δίνει λύσεις. Δεν είναι αυτή η δουλειά ενός κωμικού· αυτό που είναι σημαντικό είναι να μπορεί να απευθύνεται σε έξυπνους θεατές ή, αν θέλετε, να τους κάνει πιο έξυπνους μέσα από τα αστεία.
Στην εποχή της πολιτικής ορθότητας το έργο διερευνά και τη σχέση της τέχνης με την εξουσία και την ελευθερία της έκφρασης…
Ναι, πρέπει να το παλεύουμε αυτό. Είμαι ένας άνθρωπος με ιδεολογία και αρχές. Είμαι αντίθετος σε οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας. Διεκδικώ την απόλυτη ελευθερία του πνεύματος, ακόμη κι αν αυτό έχει το κόστος να προκύπτουν τέτοιου είδους προβλήματα. Γιατί αν προσπαθήσουμε να τιθασεύσουμε το πνεύμα μας, δυστυχώς δεν θα βρισκόμαστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας.
Αν κοιτάζατε τον Κατουριάν με τη σοφία της εμπειρίας σας, τι θα του λέγατε;
Θα του έλεγα αυτό που είναι πολύ πιο σημαντικό για όλους μας: να πρόσεχε. Να πρόσεχε. Γιατί ο Κατουριάν ήταν απρόσεχτος. Εμπιστεύτηκε ανθρώπους που δεν έπρεπε να εμπιστευτεί. Για κάποια στιγμή πίστεψε ότι παίζοντας με την εξουσία -η εξουσία είμαστε εμείς οι δύο ανακριτές, ο Γεράσιμος Σκαφίδας κι εγώ- θα μπορούσε να μας τιθασεύσει και μέσα από τη ρωγμή μας να διασώσει το έργο του. Δεν παίζεις με τα λιοντάρια. Γιατί τα λιοντάρια θα σε φάνε σίγουρα.
Υπάρχει κάποια αντίδραση του κοινού που σας έχει μείνει έντονα μετά από τόσες παραστάσεις;
Υπάρχει μια σκηνή όπου προσπαθούν να κάνουν αναπαράσταση της σταύρωσης του Χριστού με ένα κοριτσάκι. Είναι πολύ σκληρή, πάρα πολύ σκληρή σκηνή. Στην παράστασή μας στην Αθήνα υπήρχαν και κούκλες από πίσω που έπαιζαν, πρακτικά όμως δεν μπορούμε να την αναπαραστήσουμε στη Θεσσαλονίκη. Παρόλα αυτά ακόμα και έτσι, η σκηνή παραμένει πολύ σκληρή. Στην παράστασή μας στην Αθήνα, κάποιοι θεατρόφιλοι γέλαγαν και μας ανατρίχιασαν. Γέλαγαν με τη σταύρωση ενός κοριτσιού. Τραγικό, κι όμως συνέβη. Πιστεύω ότι θα άρεσε στον ΜακΝτόνα, γιατί του αρέσουν αυτού του είδους οι ανατροπές. Τα παραμύθια που παίζονται μέσα στο έργο και διαβάζονται, είναι παραμύθια που έγραψε ο ίδιος στα νιάτα του. Στα 15 του χρόνια τα έστειλε στο BBC για να παιχτούν αλλά τα απέρριψαν με βδελυγμία. Ήταν πολύ σκληρά και βρώμικα παραμύθια. Όταν έγραψε τον «Πουπουλένιο», τα συμπεριέλαβε στο έργο του. Είναι μια λεπτομέρεια που όταν διάβασα το έργο, τότε κατάλαβα τι ανεβάζαμε, ποια δουλειά υπάρχει από κάτω. Ο θεατής απλώς ακούει τρία παραμύθια, τίποτα παραπάνω. Όμως αυτά τα τρία παραμύθια είναι προϊόν των ονείρων του ίδιου του συγγραφέα, όνειρα που μόνο παιδικά δεν είναι.

Τι θα θέλατε να «συνοδέψει» τον θεατή φεύγοντας από την παράσταση;
Ο προβληματισμός της παράστασης είναι κάτι που σίγουρα συνοδεύει τον θεατή. Είναι βέβαιο ότι φεύγει με το στομάχι του λίγο περίεργο, γεμάτος σκέψεις και στο αμέσως επόμενο διάστημα συζητάει για την παράσταση. Είμαι σίγουρος ότι το κάνει. Δεν μπορεί να φεύγει αλώβητος, την ίδια ώρα που εμείς ως επαγγελματίες, όταν τελειώνουμε την παράσταση, δεν είμαστε τόσο χαρούμενοι ή αλώβητοι. Το αντίθετο. Χρειάζεται αρκετός χρόνος για να φύγει από πάνω μας όλη αυτή η μαυρίλα του έργου. Όμως θα τονίσω ότι υπάρχει πολύ χιούμορ και αρκετό γέλιο στην παράσταση. Δεν είναι εύπεπτη αλλά είναι παράσταση που, αν δεν είχε το κακό τέλος, θα μπορούσα να τη χαρακτήριζα και διασκεδαστική.
Ο Κατουριάν επιμένει να υπερασπίζεται τις ιστορίες του. Εσείς μετά από τόσα χρόνια τι υπερασπίζεστε ακόμα στο θέατρο;
Υπερασπίζομαι πλέον μόνο τον εαυτό μου. Έχοντας ταυτιστεί, μετά από 50 χρόνια στο θέατρο στο οποίο χρωστώ τα πάντα, θέλω να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου κάνοντας το αυτονόητο. Σέβομαι το κοινό και δίνω τον καλύτερό μου εαυτό επί σκηνής. Τίποτα άλλο.
Στον κόσμο του έργου η αθωότητα είναι επικίνδυνη. Στο θέατρο;
Είναι το αιτούμενο. Αν χαθεί η αθωότητα, χάνεται και η ποιότητα. Κάθε θεατρική παράσταση -και σε αυτό έγκειται η διαφορά της από μια ταινία ή μια τηλεοπτική σειρά που διακόπτεται από διαφημίσεις για σερβιέτες- είναι μοναδική. Στο θέατρο, σε κάθε παράσταση, ο ηθοποιός γεννιέται και πεθαίνει επί σκηνής μπροστά στον θεατή. Είναι σαν τον κιμά σε ένα κρεοπωλείο, που κόβεται παρουσία του πελάτη για να είναι φρέσκος.
Τι είναι αυτό που πλέον δεν σας αρέσει στο ελληνικό θέατρο;
Όλα μου αρέσουν. Δεν έχω κανένα πρόβλημα, ειλικρινά. Ακόμα και κακές παραστάσεις έχουν ενδιαφέρον. Και το κυριότερο, επειδή πολλές φορές μεμψιμοιρούμε για τη χώρα μας, δόξα τω Θεώ, υπάρχει πληθώρα παραστάσεων, υπάρχει κοινό και υπάρχει ποικιλία νέων συναδέλφων ηθοποιών οι οποίοι έχουν την ίδια αγωνία με μένα και προσπαθούν να κάνουν θέατρο. Το θεωρώ εξαιρετικό να ασχολείσαι σήμερα με ένα είδος επαγγελματικής παρουσίας που δεν έχει κανένα κίνητρο οικονομικής ευρωστίας ή άλλου είδους επιτυχίας παρά μόνο την προσωπική σου παρουσία και την προσωπική ολοκλήρωση επί σκηνής, χωρίς να διεκδικείς κανένα άλλο αντίκρισμα παρά μόνο ένα χειροκρότημα.
Στην πορεία σας γλιτώσατε από το star system, θαρρώ ζείτε σαν κανονικός άνθρωπος.
Το πάλεψα. Δεν ανήκω στο lifestyle, ενώ υπηρέτησα το lifestyle. Εννοείται ότι είμαι απέναντι, ασφαλώς. Και μου αρέσει πάρα πολύ αυτό που έχω κάνει, έγινε απολύτως συνειδητά. Το κυριότερο όμως είναι ότι είμαι ταλαντούχος στο να κινούμαι μέσα στο lifestyle: ξέρω να εκφράζομαι, να μιλάω, να κάνω χιούμορ, να είμαι εξαιρετικός συζητητής και πολύ χαριτωμένος, όταν θέλω φυσικά. Είναι στοιχήματα που κερδίζονται δύσκολα, πιστέψτε με, αλλά τώρα πια έχω και το ήθος και τον σεβασμό και τη μετριοφροσύνη να πω ότι τα κέρδισα.

Αν μπορούσατε να δείτε τον εαυτό σας σε μία μόνο σκηνή από την καριέρα σας, ποια θα ήταν αυτή;
Ήταν αρκετές οι σκηνές αλλά δεν μπορώ να μην σταθώ στο έργο «La Nonna», όπου έπαιξα μια γιαγιά που παχαίνει επί σκηνής. Ήταν μεγάλη προσωπική μου επιτυχία. Αλλά και στις παρουσίες μου στην Επίδαυρο καθώς και πρόσφατα, το περασμένο καλοκαίρι, όταν έπαιξα τον Πηλέα στην «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη, που μου χάρισε το πρώτο και ίσως τελευταίο βραβείο ερμηνείας της χρονιάς από τους κριτικούς, γιατί δεν προλαβαίνω να πάρω άλλο. Όσοι είδαν την παράσταση πιστεύω ότι δεν με ξεχνούν εύκολα. Ακόμα και σήμερα με συναντά κόσμος και μου μιλάει για αυτή την ερμηνεία. Ήταν μια ευτυχισμένη προσωπική στιγμή και καλλιτεχνική συγκυρία, με την εξαιρετική σκηνοθεσία της Μαρίας Πρωτόπαπα και τους εξαιρετικούς συνεργάτες μου.
Με τόση ιστορία πίσω σας, ποια είναι η μεγαλύτερη παγίδα της εμπειρίας;
Η επόμενη, θα σας έλεγα (γέλια). Αν έχεις υποστεί την παγίδα, δεν την αναγνωρίζεις πια -την έχεις υποστεί. Να πρόσεχες, όπως λέγαμε πιο πριν, σαν τον Κατουριάν. Αλλά θεωρώ ότι η παγίδα που έρχεται είναι η χειρότερη. Αν τη γνώριζες, θα έπρεπε να την αποφύγεις, αλλά δυστυχώς πέφτεις στον γκρεμό.
Έχετε υπηρετήσει την υποκριτική σε όλα τα είδη και σε όλα τα μέσα. Υπάρχει μέσα σας κάτι ανεκπλήρωτο;
Όχι, όχι, τίποτα. Πιστέψτε με. Θεωρώ ότι είμαι τόσο πλήρης και τόσο γεμάτος που στην πραγματικότητα χαίρομαι πάρα πολύ που τουλάχιστον επαγγελματικά και καλλιτεχνικά είμαι καλά.
Σε ποιο είδος περνάτε καλύτερα;
Κωμωδία, εννοείται. Λατρεύω την κωμωδία και κάποιες φορές μου λείπει, ίσως γιατί τελευταία ασχολούμαι με άλλα είδη. Έκανα τον Στάλιν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, με sold out παραστάσεις και εξαιρετική επιτυχία. Ήταν έκπληξη ακόμα και για μένα. Δεν περίμενα ποτέ ότι ο σκηνοθέτης και δημιουργός Χριστόφορος Χριστοφής θα μου πρότεινε έναν τέτοιο «ήρωα», έναν δικτάτορα και προσωπικότητα ισχυρή, με εικόνα που έχει βαρύτητα και σήμερα.
Πρόσφατα, στο πλαίσιο της περιοδείας, βρεθήκατε στον Βόλο όπου εργαστήκατε ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ, από όπου αποχωρήσατε πικραμένος. Πώς νιώσατε τώρα που επιστρέψατε;
Έφυγα πικραμένος. Πήγα στον Βόλο με όνειρα, χωρίς καμιά άλλη φιλοδοξία. Καταρχάς δεν με ενδιαφέρουν οι καρέκλες· αυτό φαίνεται άλλωστε. Εξακολουθώ να αγαπώ την πόλη και πιστεύω ότι έχει φοβερές δυνατότητες, τόσο σε επίπεδο σκηνών και παραστάσεων όσο και σε επίπεδο κοινού, που είναι έτοιμο. Αλλά δεν μπορούσα να βρίσκομαι σε τοξικό κλίμα. Και δεν αναφέρομαι στους κατοίκους, αλλά στους ανθρώπους που κινούν τα νήματα. Ο μόνος τρόπος για να το αποφύγω, ήταν να παραιτηθώ. Απλώς και δεν σας κρύβω ότι είμαι πικραμένος και στενοχωρημένος. Δεν είμαι χαρούμενος γι’ αυτό.
Τα επόμενα επαγγελματικά σας σχέδια;
Υπάρχουν διάφορες προτάσεις για κωμωδίες. Τα πάντα τα συζητάω. Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Είμαι ένας επαγγελματίας και αυτό που διεκδικώ είναι να έχω δουλειά και να πληρώνομαι.
Η σχέση σας με τη Θεσσαλονίκη;
Με τη Θεσσαλονίκη έχω ένα ιδιαίτερο δέσιμο. Πέραν του ότι ομορφαίνει κάθε φορά που ανεβαίνω -το λέω ειλικρινά, έχει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Βρέθηκα εκεί συγκυριακά, δουλεύοντας με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος πριν από δύο χρόνια. Ο Αστέρης Πελτέκης με εμπιστεύτηκε και μου έδωσε τη δυνατότητα να υλοποιήσω ένα όραμά μου δεκαετίας: να κάνω μια αναφορά στην ελληνική κωμωδία και τους Έλληνες κωμικούς ηθοποιούς της περιόδου 1915–1930, οι οποίοι προσπαθούσαν να δημιουργήσουν έναν νέο κινηματογράφο και ένα νέο θέατρο. Μαζί με τον φίλο μου Σάκη Σερέφα μελετήσαμε αυτή την εποχή, την καταγράψαμε και τη θεατροποιήσαμε με τίτλο «Οι Κωμικοί». Μόνο το ΚΘΒΕ εμπιστεύτηκε την παράσταση για να ανέβει στη Μονή Λαζαριστών, θεωρώ με μεγάλη επιτυχία. Ήταν μια ακριβή παραγωγή, με μουσικούς και ένα εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών και συνεργατών.
Πού θα σας δούμε να τριγυρνάτε στη Θεσσαλονίκη, αν έχετε χρόνο;
Δεν θα έχω, αλλά σίγουρα δεν θα με δείτε στα Λαδάδικα (γέλια).
Info
- Με τους: Δημήτρη Πιατά, Νίκο Πουρσανίδη, Αργύρη Αγγέλου και Γεράσιμο Σκαφίδα.
- Κατάλληλο για άνω των 16 ετών.
- Πρεμιέρα στις 30 Ιανουαρίου. Παραστάσεις έως τις 8 Φεβρουαρίου, κάθε Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο στις 18:00 και στις 21:00, Κυριακή στις 18:00.
- Προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com, Public και στο ταμείο του Artbox Fargani (Αγίου Παντελεήμονος 10, τηλ. 2310 208007).
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»