Τα πάθη για την ελληνική οικονομία και αγορά δεν έχουν τέλος, με τα κακά νέα να διαδέχονται το ένα το άλλο τις τελευταίες ημέρες. Οι τριγμοί έπειτα από έναν μήνα πολέμου αποτυπώθηκαν με μελανά χρώματα στις πρώτες επίσημες στατιστικές αλλά και στις προβλέψεις για τις επιπτώσεις που θα έχουν σε ΑΕΠ και πληθωρισμό.
Τα μηνύματα από την αγορά για τα υπέρογκα κόστη που αντιμετωπίζουν και για τη μείωση της ζήτησης πολλαπλασιάζονται, ανοίγοντας παράλληλα «μέτωπο» με την κυβέρνηση, με επίκεντρο το νέο πλαφόν στο περιθώριο κέρδους. Αλλά και στο μέτωπο του καταναλωτή, η ακρίβεια αλλάζει το κλίμα με βάση τις πρώτες μετρήσεις για τον Μάρτιο και με επίκεντρο τον φόβο για ανατιμήσεις και για δυσμενέστερη πορεία της οικονομίας.
Καμία στήριξη
Όσοι, λοιπόν, περίμεναν μία ευχάριστη έκπληξη για παροχή επιπλέον στήριξης διαψεύστηκαν, η στάση των Βρυξελλών δεν άλλαξε, αφού τα κράτη του Βορρά οδεύουν προς το Καθολικό Πάσχα επιβάλλοντας αδιάλλακτη πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η πολιτική αυτή οδηγεί γραμμικά σε… εβδομάδες των Παθών για την ελληνική αγορά, αφού την αφήνει ακάλυπτη να εισέλθει σε μία κρίση διαρκείας χωρίς «μαξιλάρι» για παρεμβάσεις οικονομικής στήριξης.
Κατά συνέπεια, οι συνθήκες ασφυξίας που διαμορφώνονται εξαιτίας του πολέμου επιτείνονται από την αβεβαιότητα που προκαλεί η αδυναμία της κυβέρνησης να αποφασίσει και να διαθέσει επαρκή στήριξη, βάζοντας και την αγορά και τον καταναλωτή «απέναντι». Η αβεβαιότητα αυτή πλέον τροφοδοτείται και από το πολιτικό τερέν μετά τη μορφή χιονοστιβάδας που λαμβάνει το 2ο νέο κύμα του σκανδάλου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο έχει και έμμεσες επιπτώσεις, αφού ανακόπτει τον προγραμματισμό για παρεμβάσεις θωράκισης και φυγής προς τα «εμπρός».
Τα στοιχεία
Ο πληθωρισμός του Μαρτίου δείχνει επιτάχυνση 7% στις τιμές ενέργειας στην Ελλάδα (από τις πιο υψηλές ανόδους στην Ευρωζώνη), αλλά και άνοδο τιμών 9,2% στα νωπά τρόφιμα (2η μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη), επιβεβαιώνοντας τα κρούσματα κερδοσκοπίας που υπάρχουν στην αγορά. Με πληθωρισμό 3,3% έναντι 2,5% μέσου όρου στην Ε.Ε. η ελληνική οικονομία μπήκε στη νέα πληθωριστική κρίση με φυσικό μειονέκτημα και για την ανταγωνιστικότητά της αλλά και για τα πραγματικά εισοδήματα και την κατανάλωση.
Το οικονομικό κλίμα τον μήνα Μάρτιο επιδεινώθηκε στις 106,8 μονάδες από 107,6 μονάδες τον Φεβρουάριο (οι μετρήσεις έγιναν τις πρώτες ημέρες του πολέμου). Η μεγαλύτερη πίεση (-52,5 μονάδες από -49,2 μονάδες τον Φεβρουάριο) καταγράφεται στην έρευνα συγκυρίας των καταναλωτών, ενώ πολύ μεγάλη ήταν η πτώση και στις κατασκευές (που ήδη μεταφέρουν τα τεράστια προβλήματα από το αυξημένο κόστος υλικών), με μικρότερες πιέσεις στη βιομηχανία, στις υπηρεσίες και στο λιανεμπόριο.
Οι προβλέψεις
Η ΤτΕ εκτιμά πλέον τον ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ φέτος στο 1,9%, από 2,1%. Επιδείνωση των προβλέψεων μεταφέρεται από όλο και πιο πολλούς επίσημους φορείς και οργανισμούς. Το ΔΝΤ βλέπει ανάπτυξη 1,8%, ενώ η Κομισιόν στα σενάρια για την Ε.Ε. εκτιμά επιβράδυνση κατά 0,4%- 0,6% του ρυθμού ανόδου του ΑΕΠ, ανάλογα με το σενάριο εξέλιξης του πολέμου.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή βλέπει ΑΕΠ στο 2% ή σε ένα δυσμενές σενάριο στο 1,7%. Δίνει έμφαση στην επιμονή του υψηλότερου πληθωρισμού στη χώρα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που «δυσχεραίνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα».
Τα στοιχεία 2μήνου για την εκτέλεση Προϋπολογισμού καταγράφουν όχι μόνο υστέρηση φορολογικών εσόδων κατά 386 εκατ. ευρώ (λόγω χαμηλότερων εισπράξεων ΕΦΚ σε ενεργειακά προϊόντα αλλά και φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων), αλλά δίνουν και μία άλλη διάσταση: την υστέρηση στην εκτέλεση του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων στην αρχή του έτους, με τις δαπάνες κατά 906 εκατ. ευρώ χαμηλότερες του στόχου και κατά 464 εκατ. ευρώ χαμηλότερες από την αντίστοιχη περίοδο του 2025…
Η «στάση» πληρωμών στο πεδίο των επενδύσεων έχει ειδική σημασία, καθώς σε λίγους μήνες τελειώνει ο χρόνος για το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο πλέον αποτελεί το μόνο «σωσίβιο» για την πορεία της οικονομίας εν μέσω κρίσης, αφού κρατικά λεφτά δεν υπάρχουν. Η πορεία πληρωμών έργων αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις και λόγω της κρίσης.
Ακόμα και έργα που έχουν ομαλή ροή πλέον αντιμετωπίζουν αρρυθμίες λόγω της διαταραχής κόστους και εφοδιασμού, ενώ εκφράζονται φόβοι πως η νέα πολιτική κρίση λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ μπορεί να φρενάρει το μεταρρυθμιστικό έργο αλλά και την πίεση που έπρεπε να ασκηθεί από υπουργεία προς φορείς υλοποίησης για επιτάχυνση.
Στα σκαριά φόροι σε τράπεζες και ενεργειακές εταιρίες
Το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλό δημόσιο χρέος την καθιστά ευάλωτη σε γεωπολιτικές κρίσεις. Την καθιστά όμως και ανίκανη να δώσει χρήμα για να στηρίξει την αγορά και την κοινωνία χωρίς να παραβιάσει τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε.
Η θηλιά στη δυνατότητα να στηριχθεί η αγορά επιβεβαιώθηκε τις προηγούμενες ημέρες από την άρνηση του ευρωπαϊκού Βορρά να συναινέσει στην ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής. Δηλαδή στο να δοθεί το περιθώριο να προχωρήσουν χωρίς κυρώσεις τα κράτη-μέλη σε μέτρα στήριξης, παραβιάζοντας το ετήσιο όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Στην Ελλάδα το όριο αυτό (που αντικαθιστά τον δείκτη πρωτογενούς πλεονάσματος) είναι πάρα πολύ σφιχτό λόγω υψηλού χρέους και έχει τερματιστεί. Νέα περιθώρια δεν δημιουργούνται, όπως έδειξε η υστέρηση φορολογικών εσόδων το 2μηνο.
Αυτό φάνηκε και στο προηγούμενο πακέτο μέτρων 300 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 50 εκατ. ευρώ προήλθαν από νέα φορολόγηση στους παίκτες τυχερών παιχνιδιών.
Πληροφορίες αναφέρουν πως όποια επόμενη στήριξη θα πρέπει να συνδεθεί με νέα φορολόγηση και πρώτες στη λίστα είναι οι τράπεζες, αλλά και οι ενεργειακές εταιρίες.
Να σημειωθεί ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε. επιβάλλουν ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν διαθέσιμα σε ένα κράτος ή αν έχει πλεονάσματα ο Προϋπολογισμός (όπως συμβαίνει στην Ελλάδα με τα διαθέσιμα να ξεπερνούν τα 40 δισ. ευρώ) να μην μπορεί να κινηθεί δημοσιονομικά, μειώνοντας φόρους και αυξάνοντας τις δαπάνες, αν δεν τηρεί αυτόν τον κανόνα δαπανών που ορίζεται προκαταβολή και για εύρος 4ετίας με ορόσημο το πόσο πρέπει να μειωθεί το χρέος.
Ο εν λόγω κανόνας είναι τόσο σκληρός που ακόμα και αν μια προηγούμενη χρονιά υπάρχει υπεραπόδοση, αυτή πια δεν μπορεί να διανεμηθεί ως μέρισμα τον επόμενο χρόνο, παρά μόνο κατά 0,3% του ΑΕΠ (ή περίπου 1 δισ. ευρώ) ετησίως. Το ποσό αυτό της υπεραπόδοσης του 2025 έφερε (μαζί με τη ρήτρα διαφυγής στις αμυντικές δαπάνες) τα μέτρα που ίσχυσαν από 1/1/26 και πλέον μπορεί να εγκριθεί ανάλογο περιθώριο για 2027.
Η «ταφόπλακα» στις προσδοκίες για χαλάρωση ήρθε προ ημερών με έγγραφο της Επιτροπής που όχι μόνο δεν δέχεται ρήτρα διαφυγής για τη νέα κρίση, αλλά θέτει και θέμα «ρήτρας βιωσιμότητας» για τα υπερχρεωμένα κράτη. Επιπλέον ορίζει πολύ περιοριστικά τι μέτρα στήριξης μπορούν να πάρουν τα κράτη με τις δικές τους δυνάμεις, λέγοντας ότι θα πρέπει να αποφεύγουν επιδοτήσεις σε ορυκτά καύσιμα (σαν κι αυτές δηλαδή στις οποίες προχώρησε η Αθήνα), δίνοντας έμφαση στον ηλεκτρισμό και στο φυσικό αέριο. Συστήνει παρεμβάσεις όπως ανακαινίσεις, επιδότηση χρήσης μέσων μαζικής μεταφοράς και διαφημιστικές εκστρατείες για τον περιορισμό της κατανάλωσης ενέργειας. Τα χρηματικά μέτρα θα πρέπει να δίδονται πολύ στοχευμένα σε ευάλωτους και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αναφέρει η Επιτροπή. Η αναλυτική λίστα των παρεμβάσεων αυτών αναμένεται από την επόμενη εβδομάδα.
«Πνίγονται» από έλλειψη ρευστότητας οι μικρομεσαίοι
Το μέτωπο των «κόκκινων» δανείων των τραπεζών και των φορέων διαχείρισης ανακάμπτει με προειδοποιήσεις όχι μόνο για την ευστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά και για την ασφυξία που προκαλείται στον επιχειρηματικό κόσμο. Τα καμπανάκια ήχησαν από το ΔΝΤ, το ΙΟΒΕ αλλά και από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής και αποκτούν ειδική σημασία λόγω της νέας κρίσης αλλά και του τέλους του Ταμείου Ανάκαμψης, που προβλέπει δανειακό σκέλος 18 δισ. ευρώ, μέρος του οποίου είναι αμφίβολο αν θα αξιοποιηθεί…
Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής επισημαίνει, σε ειδική ενότητα για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, πως οι επιχειρήσεις, ιδίως οι μικρομεσαίες, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εντονότερες χρηματοδοτικές δυσχέρειες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις των λοιπών χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης. Τα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων δανεισμού, καθώς και οι συνολικοί δείκτες χρηματοδοτικών εμποδίων παραμένουν συστηματικά υψηλότερα. Πέρα από το μικρό μέγεθος της μέσης επιχείρησης στην Ελλάδα καταγράφεται και χαμηλή προθυμία των τραπεζών να αναλάβουν πιστωτικό κίνδυνο και συστήνεται η ανάπτυξη εναλλακτικών, μη τραπεζικών μορφών χρηματοδότησης.
Το ΔΝΤ κάνει λόγο για σχεδόν 3 εκατ. μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία επηρεάζουν 2,4 εκατ. Έλληνες, υπερφορτώνοντας το τραπεζικό σύστημα. Εμποδίζουν τον νέο δανεισμό, καθώς πάρα πολλές μικρές επιχειρήσεις παραμένουν εκτός χρηματοδότησης και οι τράπεζες επικεντρώνονται στο δανεισμό λίγων και μεγάλων εταιριών.
Το ΙΟΒΕ αθροίζει όλο το ιδιωτικό χρέος προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα και προς το κράτος στα 407,7 δισ. ευρώ (από 392,8 δισ. ευρώ), εκ των οποίων τα 235,6 είναι σε καθυστέρηση. Τα «κόκκινα» τραπεζικά δάνεια φτάνουν σε 5,9 δισ. ευρώ (από 6 δισ. ευρώ το 2024). Ωστόσο, τα «κόκκινα» δάνεια που έχουν στην κατοχή τους οι servicers φτάνουν στα 68 δισ. ευρώ το 3ο τρίμηνο του 2025, από 64,2 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024…
Πηγή: dealnews.gr