Σε πόλη… απαγορευτική για άτομα με αναπνευστικά προβλήματα μετατρέπεται κάθε χειμώνα η Θεσσαλονίκη, όποτε οι χαμηλές θερμοκρασίες ευνοούν την καύση ξύλων, με αποτέλεσμα να ανεβαίνουν άμεσα οι τιμές των περίφημων αιωρούμενων σωματιδίων.
Ειδικότερα, η καύση βιομάζας (ξύλα, πέλετ κ.α.) έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλει στην ατμοσφαιρική ρύπανση, με τα παραδοσιακά τζάκια να επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα κατά 850 φορές περισσότερο σε σύγκριση με το φυσικό αέριο και περίπου 150 φορές περισσότερο σε σχέση με τα ενεργειακά τζάκια, όπως τονίζει μιλώντας στη «Θ» ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ, από το Εργαστήριο Φυσικής της Ατμόσφαιρας, Δημήτρης Μελάς.
Είναι ενδεικτικό ότι μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, στις αρχές Γενάρη, στη Θεσσαλονίκη καταγράφηκαν υψηλές συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων PM10 σε κάποιες περιοχές, ενώ την τελευταία μέρα του 2025 οι τιμές των ΡΜ10 κινήθηκαν στα όρια. Για παράδειγμα, στα 67 μg/m3 έφτασαν οι σχετικές μετρήσεις στην περιοχή της Αγίας Σοφίας στις 3 Γενάρη και στα 69 μg/m3 στη Σταυρούπολη, όταν η οριακή τιμή φτάνει στα 50 μg/m3. Υψηλές (στα 49μg/m3) και οι τιμές στο Κορδελιό αλλά και στην παλιά νομαρχία στα ανατολικά της πόλης.
Οι πιο επιβαρυμένες περιοχές
Όπως εξηγεί ο κ. Μελάς, το επίσημο δίκτυο παρακολούθησης που έχει στηθεί στη Θεσσαλονίκη εδώ και αρκετά χρόνια, τόσο μέσω του κεντρικού δήμου όσο μέσω του δικτύου της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, δείχνει ότι οι πιο μολυσμένες περιοχές παραμένουν το κέντρο και η δυτική Θεσσαλονίκη.
«Στο κέντρο αναφερόμαστε στις περιοχές όπου υπάρχει μεγάλη συσσώρευση από πηγές ρύπανσης και στη δυτική Θεσσαλονίκη, κυρίως στις περιοχές οι οποίες βρίσκονται κοντά στον περιφερειακό και τη Βιομηχανική Περιοχή», προσθέτει ο κ. Μελάς.
Αυτή η εικόνα είναι μάλιστα διαχρονική. «Ο δήμος Θεσσαλονίκης που έχει δίκτυο παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα εντός των ορίων του, και με τον οποίο έχουμε εξαιρετική συνεργασία, πραγματοποιεί μετρήσεις συστηματικά εδώ και 35-40 χρόνια. Η περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία επίσης υπάρχει συνεργασία, άρχισε τις μετρήσεις το 2001. Από τα στοιχεία, λοιπόν, καταδεικνύεται ότι ο χειρότερος σταθμός είναι αυτός που βρίσκεται στην οδό Εγνατίας με Βενιζέλου, ενώ από το δίκτυο της Περιφέρειας, οι πιο επιβαρημένοι είναι οι σταθμοί στην Αγίας Σοφίας και στο Κορδελιό. Ο σταθμός που τοποθετήθηκε τα τελευταία χρόνια στη Σταυρούπολη εμφανίζει επίσης υψηλά επίπεδα σωματιδιακής ρύπανσης», εξηγεί.
Η πρόληψη

Τι σημασία έχει όμως απλώς η μέτρηση της κατάστασης, αν δεν λαμβάνονται μέτρα για τη βελτίωσή της; Έχει ληφθεί κάποιο μέτρο, τρία χρόνια μετά την καταδίκη της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και το πρόστιμο που της επιβλήθηκε για τα επίπεδα της σωματιδιακής ρύπανσης στη Θεσσαλονίκη που ξεπερνούσαν τα επιτρεπόμενα όρια για 15 χρόνια;
«Λίγα πράγματα. Αυτή τη στιγμή τα μέτρα είναι σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Αν αναληφθεί μια πολύ γενναία δράση αυτή θα έπρεπε να στοχεύει στο σύνολο των πηγών ρύπανσης, περισσότερο στις μεγάλες πηγές, χωρίς όμως να αφήσουμε τίποτα απ’ έξω. Αν δεν αναληφθεί μια τέτοια γενναία δράση, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να τηρήσουμε τα καινούρια όρια», απαντά ο κ. Μελάς.
«Από τη Θεσσαλονίκη θα πρέπει να ξεκινήσουμε από την κεντρική θέρμανση που έχει δυσανάλογα μεγάλη συνεισφορά στην αύξηση των ΡΜ. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια περιόδων με χαμηλές θερμοκρασίες κάθε χειμώνα, οι παραβιάσεις των ορίων για τα αιωρούμενα σωματίδια είναι πολύ συχνές. Απαιτούνται πραγματικά γενναίες κινήσεις, όπως η επιδότηση για θέρμανση με αντλίες θερμότητας, αλλά και η απαγόρευση της χρήσης βιομάζας μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα, κάτι που ίσχυε στο παρελθόν αλλά όχι τώρα.
Σε σύγκριση με το πετρέλαιο η βιομάζα μπορεί να είναι 100 με 150 φορές πιο ρυπογόνα σε ό,τι αφορά τα αιωρούμενα για το ίδιο θερμιδικό αποτέλεσμα! Επίσης θα βοηθούσε και η χρήση ηλεκτρικών αυτοκινήτων αλλά δεν θα εξέλειπε το πρόβλημα γιατί δυστυχώς υπάρχει και ρύπανση από μηχανικά αίτια, όπως η φθορά οδοστρώματος και λάστιχων, που εκπέμπουν μικροσωματίδια», προσθέτει ο καθηγητής.
Στο πλαίσιο αυτό, όπως επισημαίνει, «αν δεν αναληφθεί κάποια γενναία πρωτοβουλία από την κυβέρνηση της χώρας, δεν πρόκειται να λυθεί το πρόβλημα. Σίγουρα, καμία τέτοια δράση δεν μπορεί να αναληφθεί από κάποιον δήμο ή από κάποια περιφέρεια. Η λύση βρίσκεται στα χέρια του κεντρικού κράτους».
Δεν τηρούμε τα όρια ούτε για τα μικροσωματίδια ΡΜ2.5
Το κυρίως πρόβλημα της αέριας ρύπανσης στη Θεσσαλονίκη είναι η σωματιδιακή ρύπανση, με τα αιωρούμενα μικροσωματίδια (ΡΜ) 10 να βγαίνουν συχνά εκτός ορίων. «Σύντομα, βέβαια, θα αναφερόμαστε και στα ΡΜ2.5, δηλαδή σε αιωρούμενα μικροσωματίδια με ακόμη μικρότερη διάμετρο, καθώς αυστηροποιούνται τα όρια της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Πλέον, στη Θεσσαλονίκη δεν θα τηρούμε τα όρια ούτε για τα ΡΜ2.5. Σήμερα το όριο που ισχύει για αυτά είναι τα 25 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, όριο το οποίο δεν ξεπερνούσαμε στη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, πλέον, με την αυστηροποίηση της σχετικής ευρωπαϊκής Οδηγίας, το όριο αυτό κατεβαίνει στα 10 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο από το 2030, όριο που ούτε κατά διάνοια δεν μπορούμε να πλησιάσουμε», προσθέτει ο κ. Μελάς.
Αναφερόμενος, άλλωστε, στους λόγους που οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση να αυστηροποιήσει τη σχετική νομοθεσία, λέει: «Κανονικά, η σύσταση που κάνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είναι το όριο να μην ξεπερνά τα 5 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο και για τον λόγο αυτό έχει αυστηροποιηθεί και η ευρωπαϊκή νομοθεσία, για να μπορέσει έστω να πλησιάσει τη σύσταση του ΠΟΥ».
Η επιστημονική κοινότητα έχει ενημερώσει για τον κίνδυνο
Άρθρο του Ηρακλή Τιτόπουλου, επεμβατικού πνευμονολόγου, διευθυντή Πνευμονολογικής Κλινικής του Ιατρικού Διαβαλκανικού Θεσσαλονίκης
Eίναι γνωστή στην ιατρική κοινότητα η σημαντική αύξηση των ιογενών λοιμώξεων, ειδικότερα της γρίπης, κάθε τέτοια εποχή που φέτος σημείωσε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση από τις προηγούμενες χρονιές λόγω του υποστελέχους της γρίπης με μεγαλύτερη μεταδοτικότητα έναντι των προηγουμένων. Παρά την προληπτική αντιμετώπιση με τις οδηγίες ατομικής υγιεινής και το αντιγριπικό εμβόλιο η νοσηρότητα αυξήθηκε σημαντικά και απειλεί κυρίως άτομα μικρής ηλικίας και ενήλικες με υποκείμενα νοσήματα, επιδεινώνοντας το άσθμα και τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, στα οποία η άμεση επίσκεψη στον ιατρό με τα πρώτα συμπτώματα και η έγκαιρη έναρξη φαρμακευτικής αγωγής είναι ζωτικής σημασίας.
Στην αύξηση της μετάδοσης και της επικινδυνότητας από τις παραπάνω λοιμώξεις προστίθεται και η ατμοσφαιρική ρύπανση ως αποτέλεσμα των σημαντικών μεταβολών της ατμόσφαιρας, ιδίως σε μεγάλα αστικά κέντρα. Η αύξηση της θερμοκρασίας, οι έντονες βροχοπτώσεις, οι καύσωνες, οι πλημμύρες και η ξηρασία επηρεάζουν αρνητικά την υγεία των πολιτών αυξάνοντας την ρύπανση γενικότερα και δρώντας αθροιστικά με τις ιογενείς λοιμώξεις που εμφανίζονται την εποχή αυτή, απειλώντας όχι μόνο τη ποιότητα ζωής αλλά την υγεία των ατόμων, ιδίως των πλέον αδυνάτων.
Η πόλη μας η Θεσσαλονίκη, λόγω και της γεωγραφικής θέσης, εγκλωβίζει περισσότερους ρύπους, απειλώντας ακόμα περισσότερο την υγεία των πολιτών με την κακή ποιότητα του αέρα. Η επιστημονική κοινότητα έχει ενημερώσει επανειλημμένα για τον κίνδυνο που προκύπτει από την αύξηση των επικίνδυνων μικροσωματιδίων στην ατμόσφαιρα, όπως τα μικρά μικροσωματίδια, που έχουν διάμετρο μεταξύ 2.5 (PM2.5) και 10 μm (PM10), το όζον και το διοξείδιο του αζώτου, και προτείνει άμεσα μέτρα προστασίας και πρόληψης, έτσι ώστε να μειωθεί συνολικά ο αθροιστικός κίνδυνος από την ατμοσφαιρική ρύπανση και τις ιογενείς λοιμώξεις μαζί.
Τονίζεται για ακόμα μία φορά η ανάγκη λήψης βασικών μέτρων προστασίας και αποφυγής έκθεσης σε ρυπαρή ατμόσφαιρα, κλειστούς μη καλά αεριζόμενους χώρους, η χρήση προστατευτικής μάσκας από άτομα υψηλού κινδύνου αλλά και νοσούντες προκειμένου να μειώσουν τον κίνδυνο μετάδοσης και η έγκαιρη επίσκεψη στον ιατρό με τα πρώτα συμπτώματα. Η άμεση έναρξη θεραπευτικής αγωγής σώζει ζωές!
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»